Παράδοση

Η λέξη παράδοση κατά τον Γ. Μπαμπινιώτη[1] προέρχεται από το ρήμα «παραδίδωμι» και σημαίνει δίνω στα χέρια κάποιου, εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον. Είναι δηλαδή μια διαδικασία, μια μεταβίβαση που συνήθως είναι προφορική και με την οποία μεταφέρονται από τη μια γενιά στην άλλη ήθη, έθιμα, γνώσεις και δοξασίες. Είναι με λίγα λόγια όλες αυτές οι πολιτιστικές αξίες του παρελθόντος, που έδωσαν την προσωπική ταυτότητα σε κάθε τόπο, και ταυτόχρονα διαμόρφωσαν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία τον διακρίνουν και θεμελιώνουν τον πολιτισμό του.

Η παράδοση του χωριού μας όπως και σε όλες τις κοινωνίες δεν είναι μονοσήμαντη. Έχει πολλές παραμέτρους και καλύπτουν όλες τις πτυχές της ζωής μας από τη γέννηση έως και το θάνατο. Εμπεριέχει δηλαδή την καθημερινότητά του και τον τρόπο που αντιμετωπίζει τη ζωή και τον κόσμο. Σχετίζονται δε με τη γλωσσική μας παράδοση, με τις πνευματικές αξίες μας όπως είναι τα ήθη, τα έθιμα, τα τραγούδια μας, οι παροιμίες μας, η ενδυμασία μας, οι χοροί μας, οι γιορτές μας, η διατροφή μας, οι θρησκευτικές δοξασίες, τα πανηγύρια μας, η τεχνοτροπία του κτισίματος του χωριού μας, αλλά και η λαϊκή οικοτεχνία του όπως είναι τα κεντήματα τα υφαντά κ.ά.

Η παράδοση στο χωριό μας αποτελεί μια συνεχή αλυσίδα που συνδέει τις γενιές μεταξύ τους καθώς πηγάζει από το παρελθόν, απευθύνεται στο παρόν και ονειρεύεται το μέλλον. Συνδέεται με την έννοια της συνέχειας όλων εκείνων των στοιχείων που παραλάβαμε από τους προγόνους μας, τα οποία κρατάμε ζωντανά, και παράλληλα δημιουργούμε. Ριζώνουμε τον πολιτισμό μας στις γενιές που πέρασαν και τον εμβολιάζουμε δημιουργικά με το νέο το οποίο και μεταλαμπαδεύουμε στις επόμενες γενιές οι οποίες κρατούν την ιστορική μας φυσιογνωμία και την πολιτιστική μας ταυτότητα καθώς πιστεύουμε ότι η παράδοση είναι ο συνοδοιπόρος της αληθινής μας πορείας.

Ο Μορφωτικός Εκπολιτιστικός Σύλλογος του χωριού μας με μεράκι και αγάπη για τον τόπο του μοχθεί καθημερινά ώστε να αποτελέσει γερό στήριγμα της τοπικής μας παράδοσης καθώς παντοιοτρόπως διατηρεί και στηρίζει αλλά και προβάλλει τον πολιτισμό του τον οποίο και θεωρεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας.

Ο Δρυμός του 20ου αιώνα

της Αγαθής Αρσένη – Γκανάτσιου, Νέα από το Δρυμό Ελασσόνας,

Σημείωση: Το κείμενο είναι από τις δημοσιεύσεις στην τοπική μας εφημερίδα σε σειρά τευχών. Λόγω του ότι κάποια τεύχη δεν είναι στη διάθεσή μας παρατηρούνται κάποια κενά περιεχομένου. Με το χρόνο θα συμπληρωθούν ώστε να είναι το κείμενο ολοκληρωμένο.

Τεύχος 2

Είναι ένα χωριό μικρό εις την γενικήν όψιν. Διοικητικώς ανήκει εις την επαρχία Ελασσόνας, του Νομού Λαρίσης. Απέχει από την Ελασσόνα 8 χιλιόμετρα και σχηματίζει μετά της οδού, η οποία διέρχεται μεταξύ Ελασσόνας και Κοζάνης, γωνίαν περίπου 60ο. Η γωνία δηλαδή αυτή, σχηματίζεται υπό της οδού η οποία περνά απ’ την Ελασσόνα και υπό της ευθείας που ενώνει το χωριό με την Ελασσόνα. Ξεκινώντας κανείς απ’ την Ελασσόνα μετά από διάφορες στροφές, τις λεγόμενες Ντικέ, προχωρεί κατά μήκος των συνόρων του χωριού μας και της Ελασσόνας. Ευρισκόμενος εις το μέσον του ανηφορικού δρόμου, που λέγεται Πλακόπετρες, μπορεί κάλλιστα να το παρατηρήσει, χωρίς κανένα εμπόδιο. Ευρίσκεται στην πλαγιά ενός μικρού λοφίσκου, που ονομάζεται Οφανός, ο οποίος αποτελεί την απόληξιν μιας μικράς επίσης λοφοσειράς, της Αλατσιάς, καθέτου προς μιαν άλλην λοφοσειρά, που λέγεται αυτή Γκουμπές. Έχει έκθεσιν βορείαν και διασχίζεται από μικρές χαράδρες. Όταν ανέβη κανείς στο υψηλότερον άκρο αυτού, τον Οφανό, δεν εμποδίζεται πλέον απ’ τις λοφοσειρές και βλέπει καλά τον Όλυμπο, ο οποίος απλώνεται στο βόρειον, ακριβώς μέρος, την Ελασσόνα, την Τσαριτσάνη, την Κλεισούρα και διάφορα άλλα χωριά. Είναι εν ολίγης ευρύς ο ορίζων.

Το χωριό είναι κτισμένο στο νοτιοανατολικό άκρον της όλης περιοχής του. Προς το νοτιοανατολοκόν μέρος συνορεύει με την Ελασσόνα. Τα σύνορα με την Ελασσόνα αρχίζουν απ’ το ανατολικώτερον άκρον της λοφοσειράς Κλαδιά και από την απόληξη ειδικώτερον αυτής που ονομάζεται Κούκοι. Προχωρούν βορειότερα προς την Κεραμίδα και αφού περάσουν απ’ τις Πλακόπετρες, καταλήγουν λίγο βορειοανατολικά απ’ τα Μπουζαλίκια. Βορείως συνορεύει με το Ελευθεροχώριον. Τα σύνορα αυτά έχουν φοράν ακριβώς από Ανατολή προς Δύση. Αρχίζουν απ’ τα Μπουζαλίκια, περνούν λίγο βορειότερα περίπου 200μ απ’ τα πέρα αμπέλια και κατά μήκος της λοφοσειράς Τέντα, φτάνουν περίπου τα προσήλια στην κορυφή. Η απόστασης δε του χωριού απ’ τα σύνορα του Ελευθεροχωρίου είναι περίπου 2 χιλιόμετρα. Βορειοδυτικά συνορεύει με το Λυκούδιον δια της λοφοσειράς, η οποία είναι συνέχεια της Τέντας και λαμβάνει ιδιαιτέραν ονομασίαν εις το σημείον αυτό, Αϊ-Λιάς. Προς Δυσμάς συνορεύει με την Κλεισούρα και σε απόσταση απ’ το χωριό 8-10 χιλιόμετρα περίπου. Προς Νότον συνορεύει με την Καλούδα, και χωρίζεται απ’ το χωριό δια της λοφοσειράς Γκομπές. Έτσι η μικρή αυτή περιοχή που πλαισιώνεται από πολλές λοφοσειρές έχει έκταση 22.187 στρέμματα. Από αυτά τα 5.762 στρέμματα είναι καλλιεργήσιμα, 500 στρέμματα είναι επιδεικτικές κοινόχρηστες εκτάσεις προς καλλιέργεια. Περιοχή από 360 στρέμματα αποτελείται από ρέματα, 473 στρέμματα ανήκουν σε μικροϊδιοκτήτες. Η μεγαλυτέρα έκτασης που αποτελείται από 15.092 στρέμματα είναι ακατάλληλος για καλλιέργεια, διότι είναι βουνά και χαράδρες. Όλη σχεδόν η έκτασης αυτή είναι βοσκήσιμη, αν εξαιρέσουμε 4.500 στρέμματα, τα οποία αναδασώθηκαν απ’ τη Δασική Υπηρεσία Ελασσόνας κατά τα έτη 1951-52. Θα ήταν ασφαλώς ματαιότης, αν προσπαθούσα να δώσω στο χαρτί αυτό μια περιγραφή της όλης περιοχής του χωριού, τέτοια που να είναι πλήρως κατανοητή από τον αναγνώστη αν βέβαια τούτος δεν γνωρίζει εκ του πλησίον την περιοχή αυτή.Εν τούτοις θα προσπαθήσω να δώσω μια περιγραφή έστω και αν αυτή ολίγον κατανοητή είναι. Παραλείποντας κοιλότητες και προεξοχές, πλησιάζει προς το σχήμα του ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου. Οι δύο μεγάλες λοφοσειρές Τέντα και Γκουμπές, που η κάθε μια έχει μήκος περί τα 7-8 χιλιόμετρα, αποτελούν τις δυο παράλληλες πλευρές του παραλληλογράμμου καθώς και τα φυσικά όρια του χωριού με το Λυκούδιον, Ελευθεροχώριον και Καλούδα. Η Τέντα βρίσκεται στο Βόρειον μέρος και ο Γκουμπές στο Νότιο. Έχουν φορά ακριβώς από Ανατολή προς Δύσιν. Τις δυο άλλες πλευρές του παραλληλογράμμου δεν τις αποτελούν φυσικά όρια. Τις αποτελούν μικροί λοφίσκοι διακοπτόμενοι από ρέματα καθέτως. Η μεν Ανατολική λοφοσειρά διακόπτεται απ’ την Κεραμίδα, η δε Δυτική απ’ το Λεύκα. Έχει δε το χωριό υψόμετρο 420 μέτρα απ’ την επιφάνεια της θαλάσσης. Ο πληθυσμός δε ανέρχεται σε 900 κατοίκους ήτοι η αναλογία των κατοίκων κατά τετραγωνικόν χιλιόμετρον είναι 41 κάτοικοι περίπου. Μεγάλα όρη δεν παρατηρούνται στην περιοχή του χωριού. Όπως ανέφερα και προηγουμένως αφθονούνοι λοφοσειρές. Μεγαλυτέρα όλων είναι ο Γκουμπές, που εκτείνεται σε απόσταση 8 περίπου χιλιομέτρων. Αρχίζει απο το Ανατολικώτερον άκρο της περιοχής και κατά φοράν ακριβώς προς Δύσιν φθάνει μέχρι τα σύνορα της Βαλανίδας και Κλεισούρας. Η μεγάλη αυτή λοφοσειρά λαμβάνει διάφορα ονόματα κατά τμήματα. Η αφετηρία ονομάζεται Κλαδιά. Συνέχεια από τα Κλαδιά είναι η κορυφή της λοφοσειράς, ο Γκουμπές, και ακολουθεί η Παλιουρόνα. Στην κορυφή της Παλιουρόνας βρίσκεται ακόμη το λιμέρι του κλέφτη Γκούντα. Είναι φτιαγμένο με πέντε πέτρες, απ’ τις οποίες οι τέσσερες αποτελούν τους τοίχους και η Πέμπτη τη στέγη. Φέρει τούτο διαστάσεις εσωτερικώς 1,80χ0,80 μέτρων. Άλλη μεγάλη λοφοσειρά είναι η παράλληλος προς αυτήν, που εκτείνεται απ’ τα Μπουζαλίκια και φτάνει ως την Παπούτση. Όπως και η πρώτη λοφοσειρά έτσι και αυτή, λαμβάνει τμηματικώς διάφορα ονόματα. Την αφετηρία αποτελεί η Τέντα που ξεκινά απ’ τα Μπουζαλίκια ήτοι το Ανατολικώτερον μέρος της λοφοσειράς αυτής. Συνέχεια είναι η Υπαπαντή και ύστερα ακολουθεί ο Αϊ-Λιάς. Απ’ τα Μπουζαλίκια αρχίζει μια άλλη λοφοσειρά, η οποία αποτελεί την τρίτην πλευράν του παραλληλογράμμου. Αυτή καταλήγει στα Κλαδιά και διασχίζεται όπως αναφέραμε και προηγουμένως απ’ τη ρεματιά της Κεραμίδας.

Η φύσις των πετρωμάτων ευνοεί κάπως τον σχηματισμό των χαραδρών. Η μεγαλυτέρα χαράδρα είναι η Στερνούρα, που βρίσκεται στο κάτω άκρον του χωριού και που έχει βάθος περί τα 60 μέτρα. Δυτικότερα από αυτή παρατηρείται η Τσουκνίδα, χαράδρα και αυτή, που φθάνει στο ίδιο περίπου βάθος. Λίγο δυτικότερα απ’ το χωριό βρίσκονται τρεις άλλες χαράδρες που έχουν το αυτό περίπου βάθος 40-45 μέτρων και ευρίσκονται σε απόσταση απ’ το χωριό η μεν πρώτη, που ονομάζεται Ξεκώματα 300 μέτρα, η δε Δευτέρα απέχει απ’ το χωριό 400 περίπου μέτρα και ονομάζεται Φτέρη. Η Τρίτη ονομάζεται Κώτσ’ Βυροί. Το βάθος της περνά ολίγον το βάθος των άλλων, φτάνει δε τα 65-70 μέτρα. Σε απόσταση 4 χιλιομέτρων απ’ το χωριό και προς το δυτικόν μέρος αυτού, κοντά στις πλαγιές της Παλιουρόνας, είναι η χαράδρα Ασβότρυπες. Ονομάζεται έτσι διότι στα απόκρημνα νουχτάρια της έχουν την κατοικία τους οι άσβοι, τα κουνάβια και εκεί λαλλούν τα νυχτοπούλια. Νοτιοανατολικά απ’ το χωριό ευρίσκεται η Κεραμίδα. Ορεινό όπως είναι το χωριό δεν έχει διάφορες πεδιάδες ούτε οροπέδια. Από όλα αυτά όμως δεν έπεται ότι δεν έχει καθόλου έκτασιν εδάφους εύφορον, το μόνον που αυτή η έκτασης είναι διάφορες πλαγιές, αλλά αρκετά μεγάλη.

Τεύχος 4

Κατά τους δύο μήνες του καλοκαιριού, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, ο κτηνοτρόφος εκτιμά καλύτερα την ανοιξιάτικη ευτυχία και δεν θέλει τίποτα άλλο παρά τα γάργαρα νερά του Λεύκα. Οι μικρές πηγές αφθονούν στο χωριό. Κοντά στο χωριό και μέσα στη χαράδρα που λέγεται Ξεκόμματα βρίσκεται μια πηγή με αρκετή ποσότητα νερού και πολύς καλής ποιότητος. Μέσα στη χαράδρα Φταίρη βρίσκεται μια άλλα πηγή με το όνομα Καυκάκια. Δυτικότερα από τη Φταίρη και σε απόσταση 200 μέτρων μέσα σε μια άλλη χαράδρα μεγάλη που ονομάζεται Κώτσ-Βυροί, βρίσκεται η βρύση, που κατασκευάσθηκε κατά το 1952 απ’ τη Δασική Υπηρεσία Ελασσόνας. Σε απόσταση 250 περίπου μέτρων και προς το βόρειο μέρος από αυτή, βρίσκεται επίσης μια σπουδαία πηγή που ονομάζεται του Γκουντάρα η Βρύση. Ονομάζεται έτσι διότι, όπως λέγουν την άνοιξε και την πλαισίωσε με πέτρες ο κλέφτης, Γκουντάρας, που έζησε και έδρασε στην περιοχή αυτή. Πέντε περίπου χιλιόμετρα βορειότερα απ’ το χωριό βρίσκονται τα Μελίσσια, που φημίζεται η πηγή αυτή για το ελαφρό και κρύο νερό. Πολλές πηγές βρίσκονται επίσης στους πρόποδες της λοφοσειράς Τέντα και Αϊ-Λιά. Όλες όμως τις πηγές τις ξεπερνά τόσο στην ποσότητα όσο και στην ποιότητα η Γαλανόβρυση. Βρίσκεται στο ανατολικό άκρο, της περιοχής κοντά στις Πλακόπετρες. Οι πηγές Μπουζαλίκια και Φταίρη βρίσκονται λίγο νότιο-ανατολικότερα απ’ τα Πέρα-Αμπέλια. Ονομάζονται Πέρα-Αμπέλια, τα αμπέλια που είναι κοντά στην Τέντα. Η πηγή που ονομάζεται Ζίγρα βρίσκεται μέσα σε μια ρεματιά κοντά στα σύνορα του χωριού με το Ελευθεροχώριον και προς το δυτικό μέρος των συνόρων. Θα ήταν όμως παράλειψη μεγάλη, αν δεν ανέφερα τη σημαντική πηγή που βρίσκεται στο βόρειο μέρος του χωριού και που ονομάζεται βρύση του Αγίου Κωνσταντίνου. Εκτιθέμενο το χωριό στους βορείους ανέμους του Ολύμπου κατά την εποχή του χειμώνα δεν μπορεί πολλές φορές να αποφύγει το τσουχτερό κρύο, τα χιόνια και τους πάγους, τον παγερό αέρα, τις άφθονες βροχές και το χαλάζι κατά την περίοδο της Ανοίξεως ως επί το πλείστον. Την Άνοιξη και το Φθινόπωρο το κλίμα λαμβάνει μια μέση μορφή μεταξύ θερμού και δροσερού. Το θέρος επηρεάζεται από τους θερμούς ανέμους του κάμπου της Ελασσόνας (Νοτιάς), διότι καθώς αναφέραμε και προηγουμένως είναι ανοικτή η περιοχή προς το μέρος της Ελασσόνας και δεν παρουσιάζει μια συνεχή λοφοσειρά. Κάπου-κάπου κατά τα βράδια της καλοκαιρινής εποχής, φυσά ένα δροσερό αεράκι που δίδει μια δροσερή όψη στην εποχή του ξηρού καλοκαιριού.

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τη μεγάλη αξία της συγκοινωνίας είναι βέβαιον ότι όλοι οι άνθρωποι λίγο – πολύ και μάλιστα στη σημερινή εποχή την γνωρίζουν και προσπαθούν να την καλυτερεύσουν. Απ’ εναντίας προβάλλουν μεγάλα εμπόδια και δεν καθιστούν προσιτή τη συγκοινωνία προς όλους τους ανθρώπους. Εμπόδια τέτοια μπορούμε να πούμε ότι είναι η τοποθεσία στην οποία έτυχε να κατοικεί μια ανθρώπινη κοινωνία, το οικονομικό μέρος, την δραστηριότητα και το φιλοπρόοδο πνεύμα των κατοίκων που ζουν μέσα σε μια τέτοια κοινωνία.

Τεύχος 7

Ύδρευσης:

Είναι αναμφισβήτητα παραδεκτό πως ο πολιτισμός ενός κράτους, μιας πόλεως, ενός χωριού είναι ανάλογος με την ποσότητα του καταναλισκομένου νερού. Αιώνια θα βασιλεύει η δυστυχία σ’ ένα χωριό, μια πόλη, ένα κράτος, εάν λείπει το πολύτιμον αυτό αγαθόν. Από απόψεως νερού το χωριό βρίσκεται σχεδόν στη μέση βαθμίδα. Είναι μεν αρκετό το νερό για να τροφοδοτήσει όλο το χωριό, αλλά δεν είναι διανεμημένο εις έκαστον σπίτι. Υπάρχουν εν όλω 7 βρύσες ευρισκόμενες μέσα στο χωριό και εις μεγάλην απόσταση μεταξύ των. Εξυπηρετούν τον σκοπόν, αλλά όχι με μεγάλη ευκολία. Οι γυναίκες του χωριού θα πρέπει να πάρουν τα δοχεία με το χέρι τους ή να τα φορτώσουν στα ζώα και να τρέξουν να πάρουν νερό, το οποίον κατά μεν την περίοδο του φθινοπώρου, του χειμώνα και της άνοιξης αφθονεί, κατά δε το καλοκαίρι μετριάζεται η ποσότητα του. Τότε ακριβώς οι γυναίκες θα πρέπει να φροντίσουν να κουβαλήσουν τα δοχεία τους από τα ξημερώματα, για να πάρουν σειρά, όταν το νερό έλθει και κυλήσει με μεγάλη πίεση από το στριφτάρι της βρύσης. Το νερό δεν έρχεται κατ’ ευθείαν από την πηγή χωρίς υποβοήθημα, διότι το υψόμετρο εις το οποίον βρίσκεται η πηγή είναι χαμηλότερον από το υψόμετρο του χωριού. Έρχεται το νερό από την πηγή δια μέσου των σωλήνων και πίπτει μέσα σε μια μεγάλη δεξαμενή βάθους 10 μέτρων και διαμέτρου 4 μ. . δίπλα ακριβώς στη δεξαμενή ευρίσκεται η μηχανή, η οποία ανεβάζει το νερό σε ένα υδατόπυργο, ο οποίος ευρίσκεται εις το υψηλότερον μέρος του χωριού και κοντά στο σχολείο. Αφού γεμίσει ο υδατόπυργος νερό, κατρακυλά δια μέσου των σωλήνων και φτάνει στις βρύσες απ’ όπου εξέρχεται. Μέσα σε λίγα χρόνια θα γίνει το γενικό δίκτυο υδρεύσεως, το οποίο θα παράγει την ευκολίαν να διανεμηθεί το νερό εις έκαστον σπίτι. Το πόσιμο αυτό ύδωρ, το οποίο τροφοδοτεί όλο το χωριό το παίρνουν από μια πηγή η οποία ονομάζεται Μπουζαλίκια και ευρίσκεται ακριβώς απέναντι από το χωριό, δηλαδή βορείως αυτού. Εκτός απ’ αυτές τις βρύσες οι οποίες προφανώς δίδουν το ίδιο νερό, υπάρχουν και μερικές άλλες βρισκόμενες μέσα και έξω από το χωριό, αλλά σε παλαιό στυλ. Αυτές είναι: το Πηγαδούλι το οποίο κατασκευάστηκε το 1953 επί προεδρίας Παναγιώτου Αρσένη και ευρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο του χωριού. Πήρε το όνομα Πηγαδούλι, διότι εκεί κοντά βρίσκεται και ένα πηγάδι. Έχει δε αυτή τρία σωληνάρια και δυο μεγάλες κοπάνες συνέχεια κατά μήκος της βρύσης δια να ποτίζονται τα ζώα. Βρίσκεται σε μικρό βάθος από την επιφάνεια της γης και ο επισκέπτης είναι υποχρεωμένος να κατέβει 5-6 σκαλιά δια να δροσισθεί. Το νερό είναι καλό και άφθονο όταν ο καιρός είναι βροχερός, ενώ όταν είναι ξηρός ο καιρός όπως το καλοκαίρι το νερό λιγοστεύει. Τον χειμώνα αντίθετα από τον καιρό το νερό της βρύσης αυτής είναι ζεστό, ενώ το καλοκαίρι είναι τόσο κρύο που νομίζεις πως έχει βγει μόλις από ένα ψυγείο. Κοντά απ’ αυτή τη βρύση περνά και ο χαλικοστρωμένος δρόμος του χωριού, ο οποίος οδηγεί στην Ελασσόνα. Σήμερα η χρήση αυτής της βρύσης περιορίζεται μόνον το καλοκαίρι. Απ’ εκεί περνούν όλα τα ζώα που πηγαίνουν στα πρόβατα ή στα χωράφια και σκύβουν στο δροσερό νερό να ξεδιψάσουν. Εκτός αυτής της βρύσης είναι η Κατσιπρομούλα, η οποία βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο του χωριού. Κοντά σ’ αυτή βρίσκεται και η Πέτρα, η οποία είναι κτισμένη μέσα σε μια μεγάλη χαράδρα. Και οι δυο αυτές βρύσες δίδουν νερό προερχόμενο εκ της βροχής. Κατάλληλο περισσότερο για μπουγάδα. Είναι δε πολύ μικρές και ασήμαντες σήμερα, σημαντικές όμως προ 7ετίας.

Τεύχος 8

Ασχολίες των κατοίκων

Ευρισκόμενο το χωριό σε μια περιοχή 420 μ. ύψους και σε περιοχή από άφθονους λόφους και καλλιεργήσιμες πλαγιές φυσικό είναι την πρώτη θέση να κατέχει η κτηνοτροφία και μετά η γεωργία. Οι πλείστοι των κατοίκων σχεδόν το 85% ασχολούνται με την γεωργίαν συγχρόνως και με την κτηνοτροφίαν. Καθ’ αυτού γεωργοί ή κτηνοτρόφοι πολύ λίγοι υπάρχουν, οι περισσότεροι χαρακτηρίζονται ως γεωργοκτηνοτρόφοι έχοντες λίγα στρέμματα χωράφια και διατηρώντας μικρό κοπάδι από πρόβατα και γίδια. Απαραιτήτως διατηρούν από ένα ζευγάρι άλογα ή και περισσότερα δια τας γεωργικάς και κτηνοτροφικάς ανάγκας. Απορεί κανείς πως ρυθμίζει η οικογένεια μια τόσο πολύμορφη εργασία. Ασφαλώς οι χωρικοί θα έχουν τον τρόπο τους για να ασχολούνται μ’ όλα αυτά. Κατά την εποχή του θέρους όλοι γενικά οι χωρικοί λείπουν στις δουλειές, απ’ όπου κουρασμένοι γυρίζουν το βράδυ να φάνε και να ξεκουραστούν στα φτωχικά τους σπίτια.

Το πρωί βαθειά χαράματα παρατηρείται μια αναστάτωση που προκαλείται απ’ τα παιδιά μαλώνοντας ποιος θα πάει στα πρόβατα, ποιος στα γίδια, ποιος στα άλογα. Επεμβαίνει ο πατέρας και όλοι βρίσκουν τη δουλειά τους. Πρώτα ξεκινούν οι μικροί για τα πρόβατα, γίδια, άλογα κ.τ.λ και κατόπιν οι μεγάλοι με τις παλαμαριές στον τροβά, με τα δρεπάνια στα χέρια πηγαίνουν να θερίσουν βίκια, σίκαλη, κριθάρι, σιτάρι κλπ. Άλλοι πάλι μεσάνυχτα στις τρεις ή και δύο ξεκινούν για το σπάσιμο του καπνού και επιστρέφουν κατόπιν για το πέρασμα αυτού. Με τραγούδια και χαρές και λίγο φαγητό, τρέχουν με πολλή όρεξη για δουλειά. Όλη μέρα κάτω από τον καυτό ήλιο δουλεύουν συνεχώς για να βγάλουν το ψωμί της χρονιάς τους. Σκαλίζουν καλαμπόκια, μπουστάνια, βγάζουν ρόβια, θερίζουν και δένουν βίκια. Ο Ιούλιος μήνας είναι κυρίως ο μήνας της μεγάλης εργασίας των χωρικών. Στο χωριό δεν ακούγονται φωνές όπως τους άλλους μήνες ούτε απ’ τους μικρούς, ούτε από τους μεγάλους. Όλοι λείπουν. Οι μικροί καβαλικεύουν τα ζώα και τρέχουν στα χωράφια να φορτώσουν δεμάτια και να τα μεταφέρουν στα αλώνια, να τα αλωνίσει η μηχανή. Από μακριά φωνάζουν τον πατέρα τους, που έχει αποκοιμηθεί δίπλα στο σωρό των δεματιών, εκτεθειμένος στην καυτή φλόγα του ηλίου, να σηκωθεί να φορτώσουν. Βαρύς, κουρασμένος και γεμάτος ιδρώτα σηκώνεται ο πατέρας για να φορτώσει. Αφού φορτώσου οδηγούν πάλι τα ζώα στο αλώνι, όπου θα αφήσουν τα δεμάτια και θα συνεχίσουν πάλι την πορεία. Με τον τρόπο αυτόν συγκεντρώνονται όλα τα δεμάτια στο αλώνι. Οι μεγάλοι θα τα κάνουν σωρούς , ονομαζόμενους θημωνιές και η μηχανή θα τα αλωνίσει, για να τους δώσει τον καρπό. Πριν ακόμα βγουν οι μηχανές αλωνίσματος, το αλώνισμα γινόταν με τις αδοκάνες. Εκεί μπορούσαν να προσφέρουν υπηρεσίες όλα τα μέλη της οικογένειας. Ο πιο μικρός μάζευε τις μικρές πέτρες από μέσα το αλώνι και τις έριχνε στην άκρη. Εκείνοι που μπορούσαν να σηκώσουν λίγο βάρος βοηθούσαν στο στρώσιμο των δεματιών. Αφού έστρωναν 200-300 δεμάτια έζευαν τα βόδια στην αδοκάνη. Η αδοκάνη ήταν μια ξύλινη πλάκα, σχήματος τραπεζιού, πάχους 4-5 εκατ. ύψους 1,40-1,60 μ. μεγαλύτερη βάση ήταν 0,80 εκ και η μικροτέρα 0,60-0,70 εκ. στην κάτω επιφάνεια έφερε πολλές άσπρες πέτρες κοφτερές για να συντρίβουν τα στάχια καθώς περνούσαν από πάνω τους. Στην αρχή έκανε ο πατέρας το σταυρό του γυρνώντας προς την Ανατολή και αμέσως γύριζε τα ζώα μέσα στο αλώνι συνεχώς. Αφού συντριβόταν κάπως τα στάχια από τα πολλά γυρίσματα, παρελάμβαναν την αξιάλη, η οποία ήταν ένα ξύλο φέρον στο άκρο του μια ακίδα σιδερένια και γύριζαν κάπου-κάπου τα στάχια να συντριβούν πιο γρήγορα. Μετα από 5ωρο ή 6ωρο γύρισματων ζώων ετεμαχίζοντο πλέον τα στάχια και οι χωρικοί λίχνιζαν τα άχυρα για να φύγουν και έπαιρναν καθαρό τον καρπό (σιτάρι, κριθάρι κλπ) μετρώντας των με το ταγάρι, το οποίον ήτο δοχείο χωριτηκότητας 12 οκάδων.

Το θέαμα αυτό δεν παρατηρείται σήμερον που όλοι αλωνίζουν με την μηχανή και περισσότερο με τις κουμπίνες. Στο χωριό μας όμως και σήμερα οι μικροί δεν μένουν άνεργοι το καλοκαίρι που έχουν διακοπές από το σχολείο. Εάν δεν πάνε στα πρόβατα θα φυλάξουν το αμπέλι ή το μπουστάνι. Ένας – ένας ή δυό – δυό αφήνουν για ένα μήνα και πιο πολύ το χωριό τους και τρέχουν να φυλάξουν κάθε τι που απαιτεί παρουσία ανθρώπου. Μένουν όλη μέρα μέσα στην καλύβα, για να μην τους προσβάλει ο καυτός ήλιος, κοιτώντας με άγρυπνο μάτι το κτήμα τους. Το απόγευμα βγαίνουν έξω για να απολαύσουν την πρασινάδα ή και το λουτρό μέσα στο δροσερό νερό του ποταμού. Κόβουν συνεχώς πεπόνια και καρπούζια και τρώνε με ψωμί. Μέρα παρά μέρα πηγαίνει ο πατέρας να φορτώσει ολάκερα φορτώματα πεπόνια και καρπούζια και να τα μεταφέρει στην Ελασσόνα όπου θα τα πουλήσει για να κάνει τα απαραίτητα ψώνια της βδομάδας. Οι μικροί φυλάγουν τα μπουστάνια μέχρι τις 20-30 Σεπτεμβρίου οπότε γίνεται το λεγόμενο ξεμπουστάνισμα. Τότε βγάζουν όλα τα καρπούζια και τα πεπόνια και τα μεταφέρουν στα σπίτια τους. Τότε ακριβώς σπάζουν τα καλαμπόκια για να πάρουν τον καρπό τους και τινάζουν τα σάμια. Οι ασχολίες αυτές σημαίνουν το τέλος του καλοκαιριού που θα διαδεχθεί το φθινόπωρο

Τεύχος 9

Κατά το τέλος δε του χειμώνα οι κτηνοτρόφοι πουλούν τα αρνιά τους και αρχίζουν το άρμεγμα των προβάτων, τότε οι εισπράξεις από τις πωλήσεις είναι μεγάλες. Τακτοποιούν μ’ αυτά τα χρήματα κάθε δουλειά τους. Με το άρμεγμα των προβάτων αρχίζει νέος αγώνας για τους κτηνοτρόφους. Πρέπει δύο φορές το 24ωρο να αρμέγουν τα πρόβατα και να μεταφέρουν το γάλα στο χωριό απ’ όπου θα το παραλάβει ο έμπορας. Η δουλειά αυτή συνεχίζεται καθ’ όλην την περίοδο της Ανοίξεως και του Καλοκαιριού. Την εποχή του χειμώνα τη διαδέχεται η Άνοιξη. Αυτή τους βρίσκει πραγματικά συντρίμμια. Πολλοί δεν έχουν καθόλου ψωμί επειδή το έφαγαν τον χειμώνα. Στις δύσκολες αυτές περιστάσεις τους βοηθούν οικονομικά το γάλα τα αρνιά που αναφέραμε πιο πάνω. Εκτός απ’ αυτά τα έσοδα έχουν κι’ άλλη πηγή εσόδων, όχι βέβαια τόσο μεγάλη, όσο οι δύο ανωτέρω. Την εποχή αυτή δηλαδή κατά τα μέσα της Ανοίξεως, 20-26 Μαΐου αρχίζουν να κατεβαίνουν στη Λάρισα τα κορίτσια και οι γυναίκες, για να εργαστούν στο αραίωμα και σκάλισμα των βαμβακιών. Αφού περάσει αρκετό χρονικό διάστημα επιστρέφουν στο χωριό κατά τας αρχάς του Καλοκαιριού, οπότε παρίσταται ανάγκη για το θέρο ή τα καπνά.

Μόλις πριν από 3-4 χρόνια άρχισε το χωριό να ασχολείται με τα καπνά. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι αφού φυτέψουν καπνά άλλος πολύ, άλλος λίγο, για να μπορούν έτσι να αντιμετωπίσουν ευκολότερα τις ανάγκες της ζωής. Βέβαια όλοι είναι μικροκαπνοπαραγωγοί, διότι αρχίζουν από 2 στρέμματα και τελειώνουν στα 10-12. Είτε πολύ όμως, είτε λίγο, απαιτεί κι αυτό τη δουλειά του. Μόλις πάρει η Άνοιξη πρέπει να φυτευθεί η αβραγιά όπως τη λένε και να ποτίζεται συνεχώς έως ότου μεγαλώσει και γίνει έτοιμη για μεταφύτεμα. Στις αρχές Ιουνίου όλες οι γυναίκες και τα κορίτσια με τα σουβλερά ξύλα στα χέρια και με τις κάσσες γεμάτες αβραγιές τρέχουν στα χωράφια, να φυτεύσουν τον καπνό. Όταν ο καιρός είναι βροχερός ευνοεί κατά πολύ το φύτεμα του καπνού. Όταν όμως είναι ξηρός τότε ο κόπος διπλασιάζεται. Πρέπει να πηγαίνουν στο χωράφι με τα δοχεία νερό και να ρίχνουν σε κάθε ρίζα που θα φυτεύουν. Μετά από 15-20 μέρες από το φύτεμα χρειάζεται το σκάλισμα. Τότε με τα τσαπιά στα χέρια οι εργάτριες σκαλίζουν τις μικρές ρίζες του καπνού σκυμμένες συνεχώς. Κατά τα μέσα του Ιουλίου αρχίζει το σπάσιμο, και το πέρασμα. Πρωί – πρωί οι εργάτριες με τα μεγάλα καλάθια φορτωμένα στα ζώα τρέχουν στο χωράφι, για να προλάβουν να σπάσουν πριν ακόμη βγει ο ήλιος. Και τούτο διότι μετά την Ανατολή του ηλίου ο καπνός μαλακώνει και δε σπάζεται εύκολα. Επιστρέφουν στα σπίτια το πρόγευμα και κατακουρασμένες τρώνε λίγο ψωμί κι αυτό πικρό απ’ την πικρή ουσία του καπνού. Αμέσως μετά στρώνονται στο έδαφος και αρχίζουν το πέρασμα. Μέχρι το απόγευμα στις 6-7 πρέπει να περασθεί όλη η ποσότητα του καπνού, που είχε σπασθεί το πρωί. Μετά ξαναπηγαίνουν για σπάσιμο, μέχρις ότου νυχτώσει για τα καλά και δεν βλέπουν πια να σπάσουν. Τότε φορτώνουν τα ζώα και γυρίζουν στο σπίτι. Είναι μια συνεχής αγωνία ο καπνός. Δεν αφήνει να τακτοποιήσει κανείς ουδεμία άλλη δουλειά. Μόλις τελειώσει όλο το σπάσιμο και το πέρασμα ακολουθεί άλλη εργασία. Μαζεύουν τον καπνό σε μεγάλες τούφες ονομαζόμενες τουπάνια και τα κρεμούν στις αποθήκες. Εκεί αφού περάσει αρκετός καιρός και μαλακώσουν, θα πρέπει να πατήσουν κατά τον Νοέμβριο με Δεκέμβριο σε ντέγκια. Το κάθε ντέγκι παίρνει 6-7 τουπάνια και ζυγίζει 25-35 κιλά. Αφού τελειώσουν όλα αυτά δίδονται στον έμπορο.

Κατά τα τέλη του Μαΐου οι κάτοικοι του χωριού κόβουν τους βίκους. Επειδή όμως μεγαλώνουν πολύ γρήγορα, αφήνουν κατά το Μάιο με Απρίλιο τα πρόβατα να φάνε μέσα. Μετά από λίγο καιρό ξαναγίνεται. Τον Μάιο επίσης σκαλίζουν τα μποστάνια και τα αμπέλια.

Το 85% των κατοίκων του χωριού καλύπτονται από τους γεωργοκτηνοτρόφους. Το 15% που υπολείπονται το αποτελούν οι τεχνίται, μαθηταί και εργάται. Μόλις κατά το 1954-55 κατόρθωσε να αναδείξει το χωριό 3 υποδηματοποιούς. Δουλειά κάνουν και λεπτά δεν παίρνουν, γιατί γεμίζουν τα δεφτέρια τους με βερεσέδια. Τώρα τελευταία έχει αναδείξει το χωριό πολλούς οικοδόμους, οι οποίοι αναζητούν και σε διπλανά χωριά εργασία, καθ’ όσον δεν τους αρκεί το χωριό. Επίσης πολλοί μαθηταί φοιτούν στο Γυμνάσιο Ελασσόνας και σπουδασταί που σπουδάζουν σε διάφορες πόλεις της πατρίδος μας. Πολλά επίσης παιδιά του χωριού, τα οποία έβγαλαν το Δημοτικό Σχολείο και δεν ακολούθησαν σπουδές ή καμιά τέχνη, πηγαίνουν τώρα σε διάφορα χωριά και δουλεύουν ως τσοπάνηδες σε ξένα κοπάδια.

Τεύχος 10

1.- Γεωργικά

Θα ήταν πραγματικά μια μεγάλη παράλειψη, αν δεν αναφέραμε τα προϊόντα, τα οποία προέρχονται απ’ τις ασχολίες των κατοίκων. Πρώτη θέση κατέχουν τα γεωργικά προϊόντα. Ευρισκόμενον το χωριό σε μια θέση όχι και πολύ ορεινή, οπωσδήποτε θα κατέχουν την πρώτη θέση τα γεωργικά προϊόντα. Μεταξύ των γεωργικών προϊόντων την πρώτη θέση κατέχει ο σίτος, ο οποίος ανέρχεται σε 400.000 οκάδες κατ’ έτος. Το κριθάρι ανέρχεται σε 50.000 οκάδες κατ’ έτος. Η βρίζα 70.000 οκάδες και το καλαμπόκι 20.000. Επίσης ο βίκος ανέρχεται 100.000 – 120.000 οκάδες κατ’ έτος και εξυπηρετεί τον σκοπό των κτηνοτρόφων. Εκτός αυτών παράγουν και μερικά όσπρια όπως φασόλια, ρεβίθια και φακές. Η ποσότητα παραγωγής αυτών είναι πολύ περιορισμένη.

2.- Κτηνοτροφία

Δευτέρα θέση κατέχουν τα κτηνοτροφικά προϊόντα. Η περιοχή η οποία είναι διαθέσιμη για την κτηνοτροφία ανέρχεται σε 15.092 στρέμματα. Σημειωτέον ότι μέσα σ’ αυτά τα στρέμματα περιλαμβάνεται και η έκταση που πιάνουν οι χαράδρες. Αυτές είναι κατάφυτες από πουρνάρια και άλλες πρασινάδες κατάλληλες για τη βοσκή των γιδιών περισσότερο. Μερικοί μικροκτηνοτρόφοι τρέφουν και διατηρούν τα πρόβατα τους στα σπίτια, διότι τους ευκολύνει περισσότερο και ιδίως κατά την εποχή του χειμώνα. Βοσκήσιμος περιοχή για τα πρόβατα αυτά είναι οι πλαγιές της λοφοσειράς Αλατσιές, τα Μπαϊριά, που βρίσκονται κοντά στο χωριό και οι πλαγιές της λοφοσειράς Γκουμπές. Ο μεγαλύτερος αριθμός των προβάτων βρίσκεται έξω απ’ το χωριό. Ο κάθε γεωργοκτηνοτρόφος έχει κάνει μαντροστάσι, προβάτα όπως τη λένε, εξασφαλίζοντας έτσι τα πρόβατα από τα κρύα του χειμώνα και από τα άγρια ζώα. Ο πιο μεγάλος εχθρός των προβάτων είναι ο λύκος, ο οποίος πλεονάζει στις περιοχές Παλιουρόνα, Γαλανόβρυση και Μπάρες. Την ημέρα κρύβεται μέσα στα πυκνά παλιούρια της Παλιουρόνας καθώς και στα πυκνά χαμόκλαδα της αναδασωμένης περιοχής και το βράδυ βγαίνει, να βρει ζωντανό να φάει. Πολλές φορές, εάν τα σκυλιά λείπουν από το κοπάδι κατορθώνει να καταβροχθίσει κανένα παλιό πρόβατο που μένει πίσω απ’ όλη τη μάζα των προβάτων. Εάν μεν είναι μόνος δεν πλησιάζει πολύ κοντά, γιατί φοβάται την επίθεση των μαντρόσκυλων. Όταν όμως είναι πολλοί μαζεμένοι κάνουν την επίθεση τους ξαφνικά. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος των τσοπάνηδων. Όταν επιτεθούν ξαφνικά και πολλοί μαζί οι καταστροφές είναι μεγάλες. Κόβουν μέχρις ότου χορτάσουν αίμα από τους λαιμούς των προβάτων και μετά τα αφήνουν και φεύγουν. Μέχρις ότου όμως αυτοί χορτάσουν αίμα η καταστροφή επέρχεται, εφ’ όσον ένας λύκος για να χορτάσει αίμα θα πρέπει να θανατώσει τουλάχιστον 50 πρόβατα. Οι τσοπάνηδες όμως κρατούν πάντα μαζί με τα πρόβατά τους και 2-3 σκυλιά. Αυτά είναι οι σωτήρες των προβάτων. Μόλις δουν από μακριά και μέσα στο σκοτάδι λύκο, χυμούν επάνω του και του σχίζουν το κεφάλι και την κοιλιά. Πάρα πολλές φορές έχουν συλληφθεί λύκοι απ’ τα μαντρόσκυλα. Αυτούς τους γδέρνουν οι τσοπάνηδες και αφού πάρουν το δέρμα τους, το γεμίζουν με άχυρο και το γυρίζουν στα χωριά να δούνε και να θαυμάσουν οι χωρικοί την τόλμη και τη δύναμη των σκυλιών. Κατά τα έτη 1957 – 60 έκαναν την εμφάνιση τους τα τσακάλια στην αναδασωμένη περιοχή. Είναι δε αυτά ζώα άγρια παρόμοια με τα σκυλιά και προξενούν τις ίδιες βλάβες με τους λύκους, μόνον που η δύναμη τους είναι πιο μικρή!. Κατασπαράζουν πρόβατα και γίδια περισσότερο, ενώ οι λύκοι κατασπαράζουν και μεγάλα ζώα, όπως είναι τα άλογα, τα βόδια και τους όνους. Στην αναδασωμένη περιοχή του χωριού μπορεί κανείς να βρει διάφορα κυνήγια όπως λαγούς, μπεκάτσες και αλεπούδες. Οι κυνηγοί του χωριού κατά την εποχή του χειμώνα που οι ασχολίες τους είναι λίγες, συχνάζουν στα μέρη αυτά κυνηγώντας κάθε τι που θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ωραίο γεύμα. Στην περιοχή της Παλουρόνας εμφανίστηκαν κατά το έτος 1958 δυο αγριογούρουνα. Έπεσαν όμως αμέσως θύματα των κυνηγών. Στην περιοχή αυτή βρίσκονται περισσότερα μαντριά γιδιών και όχι προβάτων, επειδή το μέρος είναι περισσότερο κατάλληλο για γίδια. Είναι γεμάτο από παλιούρια αγκαθερά, μικρά δενδράκια και πουρνάρια.

Προϊόντα προερχόμενα εκ της κτηνοτροφίας

Η γονιμοποίησης των προβάτων, η λεγόμενη μουρκάλα, αρχίζει κατά τον Ιούλιο και φτάνει ως το Σεπτέμβριο. Η εγκυμοσύνη τους κρατά 5 μήνες, οπότε αρχίζουν να γεννούν. Άλλα λευκά, άλλα μαύρα και άλλα μικτά. Τρώνε από το γάλα της μάνας και μετά τα μεν αρσενικά τα κόβουν τα δε θηλυκά τα αποκόβουν δηλαδή τα χωρίζουν απ’ τις μητέρες τους και τα βόσκουν χωριστά, χωρίς να τα’ αφήνουν καθόλου να βυζαίνουν στις μάνες τους. Κρατούνε τα θηλυκά για να μεγαλώσουν το κοπάδι τους. Το κάθε αρνί που κόβουν μπορεί να φτάσει από 7-10 οκάδες. Όταν αποκόψουν τα θηλυκά αρνιά τα ταΐζουν για λίγες μέρες μέσα σε ξύλινες κοπάνες γερμά δηλαδή κριθάρι με πίτουρα. Αμέσως μετά το κόψιμο των αρνιών αρχίζει το άρμεγμα. Ο κάθε κτηνοτρόφος αρμέγει δυο φορές. Μια φορά το πρωί και μια το βράδυ. Βάζει το γάλα του σε δοχεία και το μεταφέρει στο χωριό. Εκεί το δίδει σε έναν έμπορο κατά τους δυο ή τρεις αρχικούς μήνες και μετά το κάνουν τυρί στα σπίτια τους. Όταν το χρονικό διάστημα από την αρχή του αρμέγματος φθάσει στους τρεις έως τέσσερες μήνες τότε γίνεται πιο αραιό. Αρμέγουν δηλαδή τα πρόβατα μια φορά την ημέρα ή και μια στις δυο μέρες.

Κατά τα τέλη του μηνός Μαΐου γίνεται το κούρεμα των γιδιών και προβάτων. Οι κτηνοτρόφοι παίρνουν το μαλλί αυτών, το οποίο φτιάχνουν μάλλινα σκεπάσματα, χαλιά ή το πουλάνε στην αγορά. Περισσότερες οικογένειες κρατούν αυτό και το δουλεύουν όλο το χρόνο. Πολύ συχνά βλέπεις τις γυναίκες με τις ρόκες τους και τη άσπρη τουλούπα ψηλά – ψηλά να γνέθουν στον ήλιο. Τα κορίτσια επίσης στους αργαλειούς να υφαίνουν ωραία κεντητά χαλιά. Οι κτηνοτρόφοι κόβουν 4-5 φορές στο σπίτι τους αρνί για να φάει η οικογένεια τους. Πολλές φορές κόβουν τα παλιά πρόβατα και κριάρια και τα βγάζουν στην πλατεία του χωριού να πάρουν, όσοι θέλουν. Τα δε δέρματα τα μαζεύουν δυο-τρία άτομα του χωριού μας και τα πουλάνε στην Ελασσόνα.

Τεύχος 11

Τα προϊόντα που προέρχονται από μικρά ζώα και πτηνά είναι ολίγα. Η ορνιθοτροφία δεν είναι αναπτυγμένη, όμως σε κάθε σπίτι θα βρεις μέχρι 20 κότες από τις οποίες η οικογένεια προμηθεύεται τα αυγά. Το κακό είναι πως δεν τις έχουν περιορισμένες και γυρίζουν εδώ και κει βρομώντας τον τόπο. Οι κάτοικοι του χωριού δειλιάζουν να κάνουν μια τέτοια επιχείρηση, να θρέψουν δηλαδή πουλερικά και να ζήσουν από τα προϊόντα τους. Αιτία αυτής της δειλίας είναι μια παλιά ατυχία ενός κατοίκου του χωριού μας, πάνω στην επιχείρηση αυτή. Είχε δημιουργήσει ο άνθρωπος αυτός αρκετές κότες και τις είχε μέσα σε προφυλαγμένο μέρος. Τη χρονιά όμως εκείνη έπεσε μια θανατηφόρα ασθένεια γι’ αυτά και όλα τα πουλερικά χάθηκαν. Είχε αγοράσει μάλιστα και μηχανή που έβγαζε πουλάκια. Από τότε δεν ξαναεπιχείρησε άλλος κανείς, αν και ο τόπος είναι κατάλληλος για τέτοιο πράγμα. Πολλές κότες καταστρέφουν οι αλεπούδες, οι οποίες αφθονούν γύρω απ’ το χωριό. Τα αυγά τα οποία παίρνει κάθε οικογένεια απ’ τις κότες της, πολλές φορές τα πουλάει στην αγορά, για να πάρει λίγες δραχμές, να δώσει σε κάτι άλλο που τις χρειάζεται περισσότερο.

ΚΥΨΕΛΕΣ

Δίκαια απορεί κανείς και κατακρίνει τους χωρικούς, όταν βλέπει αυτούς, να αδιαφορούν για μια σπουδαία πηγή πλούτου, τη Μελισσοκομία. Αν λάβει κανείς υπ’ όψιν την τοποθεσία και το κλίμα του χωριού είναι κατάλληλα για την ανάπτυξη της μελισσοκομίας. Εν τούτοις όμως λίγοι διατηρούν κυψέλες. Θα μπορούσε κανείς να θρέψει αρκετό αριθμό κυψελών χωρίς πολλά έξοδα. Περίπου στις τρεις οικογένειες διατηρούν από 15-20 κυψέλες. Ο συνολικός αριθμός αυτών φτάνει περίπου στις 55-60 κυψέλες. Το ποσόν του παραγόμενου προϊόντος υπολογίζεται γύρω στα 500-600 κιλά. Δυστυχώς ο χωρικός δεν έχει κατανοήσει πολύ καλά τα συμφέροντα του, ίσως διότι δεν υπολόγισε τα πράγματα. Η Γεωπονική υπηρεσία δεν απέδειξε ποτέ στον απλό χωρικό μια τέτοια κερδοσκόπο και σίγουρη επιχείρηση.

ΔΑΣΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Έξω απ΄ το χωριό σε απόσταση ενός χιλιομέτρου προς τον Αϊ-Λιά βρίσκεται μια ελώδης έκταση 40-50 στρεμμάτων που ονομάζεται Βάλτος. Είναι αυτή η έκταση γεμάτη από ρουγάλια και ιτιές. Οι ιτιές αυτές αποτελούν τη μόνη καύσιμο ξυλεία. Προμηθεύονται ολίγα ξύλα απ’ αυτού και τα υπόλοιπα τα παίρνουν δια συναλλαγής με καρπούζια κατά την εποχή του καλοκαιριού από τα μέρη του Ολύμπου. Από το δάσος είναι απαγορευμένο να παίρνουν καύσιμα ξύλα. Εξάγουν επίσης μέσα απ’ τη γη ρίζες πουρναριών που τις σχίζουν και τις καίνε. Αυτό βέβαια γινόταν παλαιότερα, όταν οι κάτοικοι ζεσταινόταν με τα τζάκια. Σήμερα οι περισσότεροι τα παίρνουν αγορασμένα με χρήματα και κομμένα. Αντικαθιστούν πολλές φορές αυτά με κάρβουνα.

ΟΡΥΚΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Τα ορυκτά προϊόντα σπανίζουν στο χωριό. Μόνο στην τοποθεσία Μικαλός υπάρχει σε λεπτά στρώματα λιγνίτης.

ΑΛΙΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Είναι πολύ περιορισμένα. Στο μικρό ποτάμι του Λεύκα μπορεί κανείς να ψαρέψει μικρά ψαράκια, τα οποία είναι πολύ νόστιμα αλλά και άφθονα καβούρια. Τρώνε τα καβούρια περισσότερο κατά την εποχή της ανοίξεως. Παλαιότερα κάθε Κυριακή τα κορίτσια του χωριού ομάδες-ομάδες πήγαιναν και ψάρευαν στο μικρό ποταμάκι περισσότερο κατά την εποχή του Φθινοπώρου. Η κάθε κοπέλα συγκέντρωνε μέχρι τα 2-3 κιλά ψάρια, βέβαια άλλα μικρά και άλλα μεγάλα. Σήμερα πολύ σπάνια βλέπεις γυναίκα ή άνδρα να πάει να ψαρέψει στο ποτάμι. Έχουν φέρει κατεψυγμένα ψάρια στο χωριό και δεν τους κάνει ανάγκη να τρέξουν μέσα στα νερά του ποταμού και να χώσουν τα χέρια τους κάτω απ’ τις πέτρες φοβούμενες μην τις δαγκάσει τίποτε. Πολλές φορές πήγαιναν για ψάρεμα και οι άνδρες. Με τη διαφορά ότι αυτοί δεν ψάρευαν με τα χέρια αλλά με μικρά δίχτυα. Πολλές φορές γύριζαν το ποτάμι και έκλειναν ένα μέρος αυτού. Το νερό λιγόστευε και τότε έριχναν ζωμό από καρύδια μέσα. Τα ψάρια πίνοντας απ’ το πικρό νερό πέθαιναν και έβγαιναν στην επιφάνεια του νερού. Τότε οι ψαράδες τα έπιαναν άνετα.

Τεύχος 12

Η λαϊκή τέχνη κατά τη σημερινή εποχή είναι κάπως περιορισμένη. Ενώ προ μιας 20ετίας και 30ετίας ασχολούνταν οι γυναίκες πολύ με το κέντημα όπως με τις πλεκτές μάλλινες φούστες, με τους ντουλαμάδες, τα σιγκούνια και άλλα. Σήμερα δεν παρατηρείται η ίδια κατάσταση. Δεν έφθασαν όμως και στο αντίθετο μέρος. Οι κοπέλες νοιώθουν απαραίτητη και τιμητική την ικανότητα να κεντούν στον αργαλειό και στο χέρι. Ολόκληρη την προίκα τους την κάνουν με τα χέρια τους. Μήνες ολόκληρους κάθονται στον αργαλειό για να τελειώσουν ένα κέντημα χώρου, ένα κεντητό χαλί, μια πάντα, μια βελέντζα. Επίσης πλέκουν ωραίες κουβέρτες και φανέλες. Το κοινό των γυναικών θεωρεί τεμπέλα την κοπέλα που δεν κάνει μόνη της τα κεντήματα, αλλά τα αγοράζει έτοιμα. Πολλές κοπέλες που έχουν κάπως εξελιχθεί, έχουν ζωγραφισμένη την επιθυμία να φύγουν και να παντρευτούν σε μια πιο εξελιγμένη περιοχή, για να γλυτώσουν κάπως από το βαρύ φορτίο της δουλειάς. Αντιθέτως τα αγόρια τα διακρίνει μια αγάπη προς την ιδιαιτέρα πατρίδα, που ούτε καν θέλουν να την εγκαταλείψουν. Τώρα τελευταία έχουν ξενιτευτεί λίγα αγόρια και κορίτσια στην Αυστραλία για μια καλύτερη και άνετη ζωή. Επίσης ξενιτεύτηκαν πολλοί και στη Γερμανία. Γύρισαν όμως πάλι στα σπίτια τους, να ζήσουν κοντά στην οικογένειά τους.

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ – ΕΜΠΟΡΙΟ

Όπως βλέπουμε ύστερα απ’ την περιγραφή όλων των κυριότερων ασχολιών των κατοίκων και των προϊόντων, τα οποία προκύπτουν απ’ τις ασχολίες αυτές δεν μπορούν αυτά καθ’ αυτά να αποτελέσουν τα μόνα απαραίτητα στοιχεία για μια οικογένεια. Τα προϊόντα πάλι, τα οποία παράγει το χωριό δεν είναι δυνατόν να απορροφηθούν απ’ τους κατοίκους και εκ τούτου πλεονάζουν. Έτσι παρατηρείται η εισαγωγή και η εξαγωγή. Τόπος εκθέσεως των προϊόντων, τα οποία εξάγουν, είναι η αγορά της Ελασσόνας. Προϊόντα τα οποία εξάγουν οι κάτοικοι είναι μαλλιά κατά το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Μικρές ποσότητες σίτου, σικάλεως, αραβοσίτου, κριθής και τυριού. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού εξάγουν μεγάλες ποσότητες καρπούζια. Αυτά είναι περιζήτητα στην αγορά, διότι είναι πολύ γλυκά και μεγάλα. Παρατηρείται μεγάλη εξαγωγή από καπνά, τη μεγαλύτερη μπορώ να πω όλων.

Εισάγει όλα τα άλλα που δεν αφθονούν στην περιοχή μας. Αγοράζουν οι κάτοικοι λάδι, ψάρια, ρύζι, φασόλια και εν γένει όλα τα απαραίτητα δια την τροφήν. Επίσης υποδήματα, ενδύματα και οικιακά σκεύη. Απ’ την Ελασσόνα αγοράζουν την οικοδομήσιμο ξυλεία, ορυκτά προϊόντα, όπως το πετρέλαιο και ότι άλλο τους είναι απαραίτητο και δεν το έχουν. Κατά τις 2 Σεπτεμβρίου γίνεται μια μεγάλη εμποροπανήγυρις και μια μικρότερη στις 5 Μαΐου. Τότε οι κάτοικοι κάνουν εμπόριο και στα ζώα. Δίδουν αυτά που δεν τους χρειάζονται και παίρνουν τα απαραίτητα και εκείνα που εξυπηρετούν τη ζωή τους.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΨΙΣ

Το χωριό στη μερική έκταση έχει σχήμα ακανόνιστο. Ειδικότερα μπορούμε να πούμε ότι το σχήμα του πλατανόφυλλου. Στο κέντρο αυτού βρίσκεται η πλατεία, η οποία έχει σχήμα τετραγώνου διαστάσεων 25-30 μ. περίπου. Δεν είναι ούτε τσιμεντοστρωμένη, ούτε χαλικοστρωμένη, αλλά φυσικόν επίπεδον έδαφος. Από απόψεως καθαριότητος διατηρείται σε μια μέτρια κατάσταση. Προ 5ετίας και 6ετίας βρισκόταν σε αθλία κατάσταση ιδίως κατά την Άνοιξη. Αυτό, διότι εκεί συνήθισαν να συγκεντρώνονται τα προς βοσκήν ζώα, βόδια και άλογα. Απ’ εκεί τα παραλάμβανε ο βουκόλος του χωριού, γελαδάρης λεγόμενος και τα πήγαινε στη βοσκή. Τώρα έχει εκλείψει πλέον αυτή η κατάσταση. Ο κάθε νοικοκύρης φροντίζει για τα ζώα του, που θα βοσκήσουν και ποιός θα τα βοσκήσει. Μέχρι το 1965 η πλατεία του χωριού είχε μικράν κλίσην προς το βόρειο μέρος και μικρές λακκούβες. Τα δε νερά τη χώριζαν σε διάφορα τμήματα. Τον Ιούλιο του 1956 ισοπεδώθηκε. Με την ισοπέδωση αυτή το νότιο μέρος της πλατείας σχηματίσθηκε ένας μικρός γκρεμός ύψους 1,50-1,60μ.

ΤΕΥΧΟΣ 13

Έπεφταν χώματα απ’ το γκρεμό και έτσι η πλατεία γέμιζε λάσπες. Κατά το 1957 με μικρή δαπάνη κατόρθωσαν να κάνουν στη θέση αυτή μια σκάλα μήκους 25-30 μέτρων και ύψους 1,50-1,60. φέρει δε 5 βαθμίδες, σκαλοπάτια. Σε απόσταση 2 μ. από τη σκάλα βρίσκονται δυο νεόκτιστα καφενεία. Εις την δυτική πλευρά της πλατείας βρίσκονται άλλα δύο καφενεία και εις τη βόρεια πλευρά αυτής ένα περίπτερο και ένα καφενείο. Στην Ανατολική της πλευρά βρίσκεται η εκκλησία. Έχει δε η πλατεία μερικά δένδρα μεγάλα και απ’ όλες σχεδόν τις πλευρές αμαξωτούς δρόμους.

Η εκκλησία του χωριού κτίσθηκε τ0 1819 εξ εισφορών των κατοίκων του χωριού και έχει αγιογραφίες και ξύλινα σκαλίσματα. Αποτελείται από το Ιερό, τον κυρίως ναό, τον πρόναον, τον Νάρθηκα και επιπλέον από τρία άλλα δωμάτια που ενοικιάζονται. Τα μεν δύο ενοικιάσθηκαν για το σχολείο, το δε τρίτο για ραφείο. Έχει δε και εν μεγάλον κωδωνοστάσιο. Φέρει δε αυτό μια μεγάλη καμπάνα, δεύτερη εις τον αριθμόν, που κατέλαβε αυτήν την θέση. Προ 3ετίας δηλαδή αντικατέστησε την παλαιάν και άχρηστη καμπάνα με την καινούργια. Η εκκλησία έχει μήκος 25 μ. και εισχωρεί εντός του εδάφους 1,60 μ. Το ύψος απ’ το έξω μέρος είναι μικρό. Μέχρι τον κεντρικό καβαλάρη φθάνει τα 3,50 μ. Απ’ το μέσα μέρος έχει ύψος 5,5 μ. Η είσοδος είναι εις την Νοτίαν πλευράν. Ο Νάρθηκας στηρίζεται πάνω σε 7 κολώνες. Χρησιμεύει περισσότερο για τα παιχνίδια των μικρών παιδιών και σε περίπτωση κακοκαιρίας δια τους ευρισκόμενους εις την πλατείαν. Είναι δε στρωμένο με μεγάλες πέτρες και γύρω – γύρω έχει κτίσιμο μισού μέτρου ως καθίσματα. Το κωδωνοστάσιο έχει εσωτερική ξύλινη σκάλα. Επάνω δε κάθε χρόνο χτίζει τη φωλιά του ένα ζεύγος πελαργών. Το δάπεδο της εκκλησίας είναι από μαρμάρινα χρωματιστά πλακάκια. Τον κυρίως ναό τον υποβαστάζουν τέσσερες (4) κίονες επίσης και τον πρόναον. Έχει δε ο κυρίως ναός δυο παράθυρα. Ένα προς Βορράν και ένα προς Νότον. Ο Πρόναος έχει ένα προς Βορράν. Πίσω απ’ την εκκλησία έχουν φυτευτεί τώρα τελευταία μικρά δενδράκια (ακακίες) τα οποία κατά κάποιο τρόπο δίδουν μια νότα ομορφιάς. Εις το Δυτικόν άκρον της πλατείας κατασκευάστηκε εσχάτως μια βρύση και έχουν τοποθετηθεί ένα σουβλατζίδικο και ένα μονόζυγο, το οποίο χρησιμεύει δια τας ασκήσεις των νεαρών αγοριών. Το χωριό διαθέτει δύο παπάδες. Ο μεν ένας, ο πιο ηλικιωμένος έχει παραχωρήσει τα καθήκοντα του στον νέο και χειροτονημένο το 1967. Βέβαια και ο δεύτερος είναι μεγάλης ηλικίας. Και οι δύο δεν έχουν βγάλει ουδεμία σχολή, αλλά από αγάπη προς την θρησκεία υπηρετούν τον Θεόν. Είναι δε και οι δύο πρότυπα εργατικού και θρησκευτικού ανθρώπου. Οι γραμματικές γνώσεις τους είναι πολύ ολίγαι, το καθήκον τους όμως το εκτελούν καλά.

Τεύχος 14

Ως αρχή των δρόμων θα λάβωμεν την πλατεία, διότι όλοι σχεδόν οι δρόμοι αρχίζουν απ’ αυτήν. Από την γωνία της Νότιας και Ανατολικής πλευράς αυτής αρχίζει ο δρόμος που οδηγεί προς την Ελασσόνα. Εκτείνεται κατά φοράν ευθείαν μέχρι του Ανατολικού άκρου του χωριού. Είναι ο καλύτερος δρόμος από πλευράς γραφικότητας. Βαδίζοντας κανείς κατά μήκος του δρόμου αυτού διέρχεται δια μέσου των μεγάλων δένδρων της αναδασωμένης περιοχής. Δεξιά και αριστερά του δρόμου είναι καταπράσινη χλόη. Τα πουλάκια τιτιβίζουν συνεχώς επάνω στα δένδρα. Το γάργαρο νερό του μικρού ρυακιού κατρακυλά ήσυχα-ήσυχα και μοιάζει σαν κρυσταλλένιο.

Άλλος δρόμος ξεκινά απ’ την πλατεία και κατευθύνεται προς το Νοτιοανατολικό άκρον του χωριού. Είναι πλατύς και οδηγεί στα αμπέλια. Το καλοκαίρι βλέπει κανείς στον δρόμο αυτόν κοπέλες με τα καλάθια στην πλάτη να μεταφέρουν ολόδροσα κατάμαυρα σταφύλια. Προχωρώντας κατά μήκος του δρόμου αυτού φθάνεις, αφού περάσεις τα αμπέλια, στο δάσος μέσα όπου συναντάτε ο δρόμος αυτός με τον αναφερθέντα προηγουμένως.

Από την γωνίαν που σχηματίζεται απ’ τη Νότια και Δυτική πλευρά της πλατείας ξεκινά ο δρόμος που οδηγεί προς το Πηγαδούλι. Ακολουθούν τον δρόμο αυτόν όσοι πάνε στην Ελασσόνα με συγκοινωνιακό μέσον βέβαια. Είναι χαλικοστρωμένος ως το σημείο που συναντά τον δημόσιο δρόμο που οδηγεί στην Ελασσόνα. Δεξιά και αριστερά του δρόμου αυτού βλέπεις μεγάλες εκτάσεις οργωμένες και σπαρμένες σιτάρια. Επίσης πολλά μαντροστάσια υπάρχουν κατά μήκος του δρόμου αυτού. Τα σκυλιά βγαίνουν συνεχώς στο δρόμο, μόλις δουν ένα μέσον να περνά απ’ εκεί. Βγαίνουν συνεχώς μπροστά γαυγίζουν και εμποδίζουν έτσι τον οδηγό να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα. Βρίσκεται δε και μια βρύση προς το τέλος του δρόμου, αυτή που έχει γαλανό νερό, εξ’ ου και το όνομα Γαλανόβρυση. Στην αρχή του δρόμου αυτού και μόλις βγεις απ’ το χωριό, αριστερά σου βλέπεις μεγάλη επίπεδη έκταση που ονομάζεται Αλώνια. Εκεί βρίσκεται και το νεόκτιστο Τυροκομείο. Πιο πάνω και σε απόσταση 300 μ. βρίσκεται ένα εξωκκλήσι του Αγίου Νικολάου.

Νοτίως της πλατείας ξεκινά ένας δρόμος που οδηγεί στο μικρό βουναλάκι τον Οφανό. Νότιοδυτικά της πλατείας και σε απόσταση 100 μ. βρίσκεται η αποθήκη του χωριού. Αποτελείται από μια πολύ μεγάλη αίθουσα όπου βάζουν τα γεωργικά προϊόντα και από ένα γραφείον της Κοινότητος. Το 1959 κατασκευάσθηκε η τηλεφωνική γραμμή που είναι διακλάδωσης της γραμμής Ελασσόνας – Κοζάνης εις το σημείο Πλακόπετρες. Ακολουθώντας κανείς το δρόμο που οδηγεί στον Οφανό περνά απ’ το Σχολείο. Αυτό αποτελείται από δύο μεγάλες αίθουσες από ένα γραφείον και ένα χωλ. Και οι δυο αίθουσες έχουν διαστάσεις 9Χ6 και ύψος 4μ. Το δε γραφείο και το χωλ έχουν διαστάσεις 3Χ3. Η μία αίθουσα εκτίσθηκε τώρα προσφάτως το 1957. Μέχρι τότε αποτελείτο από μια αίθουσα, εν γραφείον και το χωλ. Τα παράθυρα του σχολείου είναι πολύ μεγάλα για να μπαίνει ήλιος και φως. Το προαύλιο είναι πολύ ευρύχωρο και ισοπεδωμένο.

Τεύχος 15

Σηκώνοντας τα μάτια και κοιτάζοντας προς Νότον, βλέπει κανείς το μικρό βουναλάκι τον Οφανό. Εις την Βόρεια πλευράν του Ορφανού το Σχολείο έχει περιφράξει μεγάλη έκταση και έχει φυτεύσει έλατα. Στην Ανατολική πλευρά του Σχολείου έχει κτισθεί τελευταίως ένα μαγειρείον εις το οποίον παίρνουν το γεύμα τους οι μαθηταί του Σχολείου. Εις την Βορειοδυτικήν πλευράν του σχολείου βρίσκεται και ένα μικρό σπιτάκι κτισμένο με προσφορές της κοινότητος. Αποτελείται αυτό από ένα δωμάτιο, μια κουζινίτσα και ένα μικρό χώλ. Εξυπηρετεί τους νεοφερμένους δασκάλους και τους παρέχει μια θερμή φωλίτσα. Το σχολείον είναιο 4θέσιον. Βαδίζοντας κατά μήκος του δρόμου που βρίσκεται Νότια Ανατολικά του σχολείου εις την δεξιάν πλευράν του βλέπεις ένα μικρόν οίκημα εις το οποίον στεγάζεται το Νηπιαγωγείον του χωριού. Αποτελείται από μίαν αίθουσαν και εν γραφείον. Είναι δε ενοικιασμένο. Οι τέσσερεις δρόμοι τους οποίους ανέφερα χωρίζουν το χωριό σε πέντε μεγάλους μαχαλάδες (γειτονιές). Τον πάνω μαχαλά, τον κάτω, τον μαχαλά του Πλάτανου, τον Γκαντουνάδικο και τον Αρσενάδικο. Όταν αντικρύσει κανείς το χωριό από μακριά βλέπει τον πλάτανο σαν ένα εντελώς ξεχωριστό χωριό. Δεν έχει σχέδιο πόλεως το χωριό καθ’ όσον τα πολλά ρέματα δεν το επιτρέπουν αυτό.

ΕΞΩΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΑ

Στην τοποθεσία αλώνια και στο μέσον σχεδόν αυτών όπως ανέφερα και προηγουμένως βρίσκεται το εξωκκλήσι του Αγίου Νικολάου. Είναι κτισμένο δεξιόθεν του δρόμου που οδηγεί στον Λεύκα και σε απόσταση 4 μ. Κτίσθηκε τον Απρίλιο του 1953 και τελείωσε εντελώς κατά τα μέσα Μαΐου. Οι διαστάσεις του είναι 8χ5 μ. Η πλευρά στην οποία βρίσκεται η εξωτερική πόρτα έχει έκθεσιν Βορειοανατολική. Η εξωτερική επιφάνεια των τοίχων είναι ασοβάτιστη τα δε κεραμίδια δεν είναι ασβεστωμένα. Εις την στέγην παρατηρούνται πολλές πέτρες ατάκτως βαλμένες, για να σταθεροποιήσουν κάπως τη συναρμογή των κεραμιδιών και κάπου-κάπου μερικά κεραμίδια αναποδογυρισμένα από τον αέρα ο οποίος πολλές φορές φυσάει ορμητικός. Η εσωτερική διακόσμησης είναι πολύ φτωχική. Μόλις μπει κανείς μέσα θα διακρίνει 2 μανουάλια και ένα αναλόγιο. Οι τοίχοι είναι σοφατισμένοι και κάπου-κάπου στις γωνίες παρατηρούνται μερικές αράχνες, δείγμα της παραμελήσεως τούτου από απόψεως συστηματικής καθαριότητος εκ μέρους των κατοίκων του χωριού. Η στέγη κάπου-κάπου είναι διαφανής και διάφορες οπές συντελούν στο να γεμίσει νερά το χωματένιο δάπεδο, όταν βρέχει. Τούτο δηλαδή το δαπέδων μερικές φορές μεταμορφώνεται τελείως ιδίως κατά την εποχή της Ανοίξεως, τότε που οι βροχές και τα χαλάζια είναι απότομα και συχνά. Οι μικροβοσκοί των αρνιών που συχνάζουν στο μέρος αυτό κατά την εποχή αυτή, μόλις δουν να έρχεται μπόρα, βάζουν τα αρνιά τους μέσα στο εξωκκλήσι, χωρίς να νοιασθούν τι ακαθαρσία φέρουν τα ζωντανά τους. Έτσι δυστυχώς πολλές φορές καθίσταται το εξωκκλήσι πραγματικός σταύλος των προβάτων. Μέσα στο ιερό ως μόνο διακοσμητικό παρατηρείται ένα μικρό τραπεζάκι δείγμα της Αγίας Τράπεζας. Εις την Νότιον πλευρά αυτού βρίσκεται ένα μικρό παραθυράκι, που αφήνει να διέλθει ολίγον φως και μερικές ακτίνες του ηλίου κατά την ανατολήν αυτού. Σε απόσταση 2 μ. από τη Βόρεια πλευρά του εξωκκλησιού βρίσκεται το εικόνισμα (εικονοστάσι) του Αγίου. Τούτο είναι πολύ παλαιότερον από το εξωκκλήσι. Μια μικρή εικόνα του Αγίου, ένα μικρό καντηλάκι και ένα ξεθωριασμένο πανί μπροστά από την εικόνα, αποτελούν το όλον διακοσμητικόν του εικονίσματος, του εικονοστασίου καθώς το λένε οι χωρικοί. Λίγο Βορειότερα απ’ τον Αϊ-Νικόλα και σ’ απόσταση μισού χιλιομέτρου βρίσκεται το εικόνισμα της Σταυρώσεως του Χριστού.

Τεύχος 16

Βρίσκεται ακριβώς στο αριστερό άκρο του δρόμου ο οποίος είναι χαλικοστρωμένος και οδηγεί στην Ελασσόνα. Κτίσθηκε τον Οκτώβριο του 1958 στη θέση ακριβώς που ήταν άλλο παλαιό εικόνισμα, το οποίο κατεστράφη κατά το έτος 1948. Αιτία της καταστροφής θα ήταν οπωσδήποτε το μακρόν χρονικό διάστημα από της κτίσεώς του. Κτίσθηκε δε με την δαπάνη ενός χωρικού Γκαντούνα Αθανασίου ονομαζόμενου, ο οποίος είδε καθ’ ύπνον νέον να του λέει να κτίσει ένα εικόνισμα στη θέση του παλαιού. Ο χωρικός αυτός έκανε το χρέος του, γιατί έτσι το θεώρησε. Έγινε δε το εικόνισμα με ύψος 1,50 και πλάτος μισού ½ μ. Όπως και το του Αγίου Νικολάου έτσι και αυτό φέρει ένα εικόνισμα, ένα καντηλάκι και ένα πανί στο πρόσθιο μέρος.

Στην τοποθεσία Αϊ-Θανάσης στο βόρειο μέρος και σε απόσταση ενός χιλιομέτρου περίπου απ’ αυτό το εικόνισμα βρίσκεται το εξωκκλήσι του Αϊ- Θανάση. Βρίσκεται δε αυτό εις το μέσον μιας ακαλλιεργήτου εκτάσεως. Αυτή ανήκει στο εξωκκλήσι. Λόγω της απαγορεύσεως δια την βοσκήν των προβάτων και των άλλων ζώων τα χόρτα μεγαλώνουν πολύ. Τότε ενοικιάζουν τον χώρο αυτόν στους βοσκούς. Κατά την εποχή της Ανοίξεως εις το μέρος αυτό πάνε οι περισσότεροι εκδρομείς. Έχει αρκετό χώρο ακόμη και για ποδόσφαιρο. Επίσης πολλές αγριογκορτσιές με παχύ ίσκιο. Τα παιδιά του σχολείου δένουν φορτώματα στα κλαδιά τους και κουνιούνται.

Τεύχος 17

Το εξωκκλήσι αυτό κτίσθηκε κατά το έτος 1935 με δαπάνη των χωρικών. Έχει διαστάσεις εξωτερικώς 10Χ6 μ. Βρίσκεται σε κάπως πιο καλή μοίρα από το του Αγίου Νικολάου. Είναι οι τοίχοι του και εσωτερικώς και εξωτερικώς σοφατισμένοι. Η δε στέγη του ασβεστωμένη. Το δάπεδο τσιμεντοστρωμένο και γύρω-γύρω παρατηρούνται μερικές εικόνες, άλλες παλιές και άλλες καινούργιες. Δύο μανουάλια, ένα αναλόγιο, μια σειρά από στασίδια και ένας μισός τενεκές για τα μισοκαμένα κεριά κοντά στο τέμπλο αποτελούν τα αντικείμενα του κυρίως ναού. Στο Ιερό βρίσκεται μια Τράπεζα διαστάσεων 1,80Χ1,10 μ. χρησιμοποιούμενη ως Αγία Τράπεζα. Από απόψεως καθαριότητος και ακεραιότητας βρίσκεται σε καλή κατάσταση. Απομακρυσμένο απ’ το χωριό, μακριά από το σύνολο των κατοίκων μοιάζει σαν ένα έρημο σπιτάκι. Μόνο από κανέναν επισκέπτη δέχεται καθ’ όλην την διάρκεια της ημέρας, ιδίως καμιά γριούλα περαστική που πάει να κάνει το σταυρό της. Όλοι οι άλλοι περνούν από το διπλανό δρόμο που φέρει προς τα αμπέλια, κάνοντας το σταυρό βιαστικοί τραβώντας για τη δουλειά τους. Μόνον κατά τις 2 Μαΐου αλλάζει εντελώς η όψης του πρώην ερήμου εξωκκλησιού. Είναι η ημέρα της εορτής του Αγίου Αθανασίου. Η ημέρα του πανηγυριού του χωριού. Πρωί-πρωί πριν ανατείλει ο ήλιος ο παπάς επάνω στο γάιδαρό του, με το δισάκι κρεμασμένο στο κουτσάκι, για να βάλει τις λειτουργιές που θα του πάνε οι γυναίκες και με μερικά βιβλία στα χέρια κατευθύνεται προς το εξωκκλήσι. Σιγά-σιγά και μετά την Ανατολή του ηλίου συγκεντρώνονται σχεδόν όλοι οι χωρικοί, να παρακολουθήσουν τη λειτουργία. Στριμωγμένοι στον μικρό αυτό χώρο, άλλοι μέσα κι άλλοι έξω παρακολουθούν τη λειτουργία, η οποία στην εξοχή έχει άλλη χάρη. Μετά τη λειτουργία γίνεται η δοξολογία, συνήθως έξω και μετά αρχίζουν οι χοροί. Με γλέντια και χορούς περνούν οι προμεσημβρινές ώρες. Κατά τις 1 μμ γίνεται η αναχώρηση μερικών για το χωριό. Οι περισσότεροι από τους χωρικούς ετοιμάζουν στα σπίτια το πρωί τα φαγητά τους και τα παίρνουν μαζί τους. Άλλοι πάλι ψήνουν τα αρνιά τους εκεί πάνω στη χλόη. Σύννεφο ανεβαίνει ο καπνός προς τα πάνω από τα αρνιά που βαλμένα στο σουβλί γυρίζονται από τα χέρια των καταϊδρωμένων νοικοκυραίων. Τα όργανα καθισμένα κάτω από τον ίσκιο της γκορτσιάς παίζουν τραγούδια κλέφτικα. Ο νοικοκύρης που ψήνει το αρνί σηκώνει το μπουκάλι με το τσίπουρο που έχει δίπλα του και πίνει στην υγεία όλων των πανηγυριστών. Έως ότου ψηθεί το αρνί έχει σχεδόν μεθύσει.

Κατά τις 2 μμ. οι σπιτονοικοκυρές ανοίγουν και απλώνουν κάτω στα χορτάρια τα μεγάλα τραπεζομάντηλα τους. Μέσα σε μια ώρα τελειώνουν το φαγητό και πάλι αρχίζουν το γλέντι, μετά από μικρή ξεκούραση. Είναι πράγματι πολύ όμορφο να βλέπεις τους άνδρες να χορεύουν με το ποτήρι του κρασιού στο κεφάλι. Με το μαντήλι η νύφη να προσπαθεί να τον συγκρατήσει στα διάφορα τρικλίσματα. Μερικοί μπαίνουν στη μέση του κύκλου και καταμεθυσμένοι κτυπούν παλαμάκια στο παιδί τους ή στη γυναίκα τους που χορεύει. Ο γέρος βγάζει τα παπούτσια του, για να μπορέσει έτσι να πηδήσει περισσότερο και με πιο μεγάλη ελευθερία προς τα πάνω στο άκουσμα του τραγουδιού που παίζουν τα όργανα.

Τραγούδι

Ωρε κει πέρα βγαίνει ένας καπνός

Κει πέρα βγαίνει ένας καπνός τίνος καλύβια καίγονται,

Τίνος μαντριά καπνίζουν.

Ούδε καλύβια καίγονται ουδέ μαντριά καπνίζουν.

Οι βλάχοι κάνουν μια χαρά παντρεύουν μια βλαχούλα.

Οι βλάχοι το μετάνιωσαν την κόρη δεν την δίνουν

Την τάζουν χίλια πρόβατα την τάζουν χίλια γίδια

Την τάζουν κι ένα άλογο να περπατεί καβάλα.

Τεύχος 18

Ο νέος πηδά καμαρώνοντας και χαμηλοκοιτάζοντας την κόρη που κάπου έξω απ’ το χορό τον καμαρώνει με κρυφή χαρά. Τι να μην καμαρώσει ο υποψήφιος αυτός νέος στο άκουσμα του τραγουδιού που ξεσκάβει τα αισθήματα του και τον κάνει να θεωρεί τον εαυτό του τον πλέον ευτυχισμένο:

Ένας λεβέντης χόρευε σε μαρμαρένιο αλώνι

Όλος ο κόσμος τον κοιτά κι όλοι των καμαρώνουν

Και η κόρη που ‘χει τον καημό κρυφά τον κουβεντάζει

Πούσουν εψές λεβέντη μου κι αντιπροψές το βράδυ

-Εψές είμαν στη μάνα μου προψές στην αδερφή μου

Κι απόψε θ’’αρθω σπίτι σου, θάρθω στην αγκαλιά σου.

Κατά το σούρουπο ξεκινούν για το χωριό πεζοί καθ’ όσον η απόσταση δεν είναι μακρινή. Κάπου εκεί καταμεσής στο δρόμο βαδίζουν δυο κοπέλες και πιο πίσω έρχεται καλπάζοντας το άλογο. Είναι ο ενδιαφερόμενος της μιάς και προσπαθεί να επιδείξει κάτι, να επιδείξει την υπερηφάνεια του και με τα χείλη κλεισμένα περνώντας από μπροστά να της πει τη λέξη που τρέμει και λαχταρά να την πει. Δεν την λέει όμως, αλλά κατεβάζει μόνο λίγο το πρόσωπο της. Αρκεί κι αυτή να γυρίσει να τον κοιτάξει.

Πιο πίσω 2-3 γέροι μαζί προσπαθούν να βαδίσουν στο δρόμο, ενώ το κρασί τους σπρώχνει κάπου εκεί στα αυλάκια του δρόμου.

ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

Τα σπίτια του χωριού μου, αναλόγως του ύψους και της υπολοίπου εν γένει κατασκευής είναι αν όχι μικρά, μέτρια. Κτισμένο το χωριό σε μια περιοχή ορεινή, όπου οι πέτρες υπάρχουν άφθονες, εύλογο είναι τα σπίτια να είναι κτισμένα με πέτρες. Η καλύτερη ποιότητα της πέτρας βρίσκεται κοντά στις Πλακόπετρες και ακριβώς στην τοποθεσία που ονομάζεται Βυρός. Η μεταφορά γίνεται με τρακτέρ ή αμάξι καθ’ όσον από κει περνά ο χαλικοστρωμένος δρόμος που οδηγεί προς την Ελασσόνα. Αφού συγκεντρώσει την πέτρα, ο νοικοκύρης που θέλει να προβεί εις την ανέγερση της οικίας, αρχίζουν οι μαστόροι το κτίσιμο. Με το άνοιγμα των θεμελίων κόβει ο νοικοκύρης ένα αρνί, από το οποίο το αίμα το ρίχνουν στα θεμέλια και το κρέας το τρώνε. Λένε πως το σπίτι γίνεται πιο στέρεο έτσι. Υλικά που χρησιμοποιούν για το κτίσιμο της πέτρας είναι η λάσπη, την οποία κάνουν με νερό και χώρα. Τώρα τελευταίως οι κάτοικοι του χωριού κατασκευάζουν τα σπίτια τους με μανταλίδια, τα οποία κτίζουν με άμμο και ασβέστη. Το ωραιότερο σχέδιο βάση του οποίου κτίζονται τα σπίτια είναι το Γάμα (Γ). Όσους όμως δεν τους φθάνουν τα οικονομικά κτίζουν τα σπίτια τους σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου. Η στέγη είναι φτιαγμένη με τσιμπίδια και απέλες. Στα σημερινά όμως σπίτια γίνονται με τσιμέντο ως συνήθως. Αυτό τους βοηθά να κάνουν και άλλο πάτωμα από πάνω. Στα σπίτια που η στέγη γίνεται με τσιμπίδια και απέλες, φτιάχνουν κατόπιν και νταβάνια. Αυτά κάνουν το δωμάτιο περισσότερο ζεστό και το προφυλάσσουν από τους σφοδρούς ανέμους, διότι όπως είναι φανερό, μια στέγη με κεραμίδια δεν είναι εντελώς κλειστή, αλλά αφήνει πλήθος οπών. Τα κεραμίδια τα προμηθεύονται από τα κεραμοποιεία της Ελασσόνας. Το ύψος των σπιτιών καθώς και το σχήμα ποικίλει αναλόγως του εδάφους. Εξαρτάται δηλαδή από την κλίση αυτού. Εκεί που είναι πλαγιά η κάτω πλευρά του σπιτιού λαμβάνει ύψος 4-4,50 μ. ενώ η επάνω μόλις φτάνει τα 2 μ. Τότε ακριβώς ο νοικοκύρης θέτει ένα πάτωμα σ’ όλο το σπίτι, με τη διαφορά το μισό έχει και υπόγειο, ενώ το άλλο δεν έχει.

Αφού τελειώσει η οικοδόμηση των τοίχων και η τοποθέτηση της στέγης και του πατώματος γίνεται ο χωρισμός της όλης εκτάσεως του σπιτιού σε δωμάτια, κουζίνα και χωλ καθώς και η κατασκευή των παραθυριών και θυρών. Ο χωρισμός γίνεται με μανταλίδια ή με πηχάκια καρφωμένα με τσιμπίδια, τα οποία είναι επίσης καρφωμένα στις γκρεντιές, της στέγης και στο πάτωμα. Επάνω στα πηχάκια τα οποία είναι πυκνά καρφωμένα, τοποθετείται λεπτό στρώμα ασβέστη ανακατεμένης με άμμο και ολίγον τσιμέντο. Το κάτω μέρος το ευρισκόμενο κάτω του πατώματος σε τέτοιο σπίτι δηλ κτισμένο σε πλαγιά δεν είναι χωρισμένο σε δωμάτια. Όλος ο κάτω χώρος αποτελεί ένα μεγάλο δωμάτιο που ονομάζεται υπόγειο, διότι το ήμισυ σχεδόν βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της γης.

Τεύχος 19

Τα παράθυρα, οι πόρτες και τα πατώματα κατασκευάζονται με ξυλεία, την οποία αγοράζουν. Τώρα τελευταίως μεγάλη ποσότητα ξυλείας προμηθεύονται από τα δάση του Ολύμπου, αφού προηγουμένως βγάλουν άδεια περί αυτής.

Ο κάθε οικογενειάρχης δικαιούται να βγάλει άδεια για 1-2 κυβικά. Έτσι με δαπάνη 260 δρχ. για την άδεια και 100-150 δρχ. για τη μεταφορά εξασφαλίζουν ένα σημαντικό ποσό ξυλείας. Εκ των δυο δωματίων, που κάνουν ως συνήθως όλοι οι χωρικοί το καλύτερο από απόψεως θέσεως και κατασκευής χρησιμεύει για δωμάτιο υποδοχής. Οι τοίχοι αυτού είναι στολισμένοι με κεντήματα, τις λεγόμενες πάντες και μερικές μεγάλες φωτογραφίες του παππού, της γιαγιάς και άλλων προσφιλών προσώπων. Κάπου εκεί πίσω από την πόρτα βρίσκεται μια κρεμάστρα που χρησιμεύει για το κρέμασμα των ρούχων. Δύο κρεβάτια και 1-2 καναπέδες καταλαμβάνουν τον ακριανό χώρο του δωματίου. Τα κρεβάτια είναι στρωμένα με χειροκέντητες κουβέρτες, προίκα της νύφης και γύρω πλαισιώνονται από 5-6 μαξιλάρια προς διακόσμηση. Οι καναπέδες είναι και αυτοί στρωμένοι με παρόμοια κεντητά στρωσίδια. Βλέπεις επίσης σε καμιά γωνία ένα μπαούλο σκεπασμένο κι αυτό με άσπρο κεντημένο πανί, που ονομάζεται σεντούκι. Ο χώρος που δεν καταλαμβάνεται από τα κρεβάτια και τα καναπέδια, καλύπτεται μ’ ένα πολυκέντητο χαλί, χειροποίητο από τη νύφη ή από τα κορίτσια της οικογένειας. Κολλητά σε μια πλευρά του δωματίου βρίσκεται ένα καλοφτιαγμένο τραπέζι σκεπασμένο μ’ ένα πολυκέντητο τραπεζομάντηλο και δυο καρέκλες τοποθετημένες εκεί κοντά. Οι δυο τσιγαροθήκες, η φρουτιέρα γεμάτη με μήλα ή πορτοκάλια, μια βούρτσα για το ξεσκόνισμα των ρούχων και ένα μάτσο από φωτογραφίες αποτελούν την όλη διακόσμηση του τραπεζιού. Το άλλο δωμάτιο χρησιμοποιείται για τον ύπνο. Το ίδιο δωμάτιο χρησιμοποιείται και τον χειμώνα και το καλοκαίρι. Κατά τον χειμώνα παρατηρούνται δυο μεγάλα κρεβάτια τα οποία χωρούν από 3-4 άτομα το καθένα. Είναι δε κατασκευασμένα με σανίδια. Ως σιλτέ χρησιμοποιούν ένα γεμισμένο μεγάλο στρώμα με άχυρα ή χόρτα. Αυτό ονομάζεται μιντέρι. Πάνω απ’ το μιντέρι είναι στρωμένα άλλα δυο στρωσίδια χοντροκαμωμένα στον αργαλειό, που ονομάζονται μτάφια.

Σε μια γωνιά του δωματίου μαζεύουν ως συνήθως τις βελέντζες τους. Στο δωμάτιο αυτό τα περισσότερα σπίτια έκαναν το τζάκι. Σήμερα όμως δεν κάνουν καθόλου. Παλαιόθεν έβλεπες κατά τη χειμερινή περίοδο μια στίβα πουρνάρια και ξύλα και μια αποπνικτική από καπνό ατμόσφαιρα μέσα στο δωμάτιο. Οι θερμάστρες άρχισαν να χρησιμοποιούνται από τους κατοίκους του χωριού από το 1957. σε μια πλευρά του τοίχου βλέπει κανείς μια μικρή λάμπα κρεμασμένη σε ένα καρφί που δίνει ολίγον φως στο μεγάλο δωμάτιο. Αυτό βέβαια παρατηρείται σε ολίγα σπίτια σήμερα, διότι την Άνοιξη του 1967 έλαβαν το ηλεκτρικό φώς. Βλέπεις τώρα όλα τα σπίτια να λάμπουν πραγματικά από το άπλετο φως και να παρουσιάζουν μια ξεχωριστή ζωντάνια. Μόλις πριν από ένα μήνα περάστηκαν και τα εξωτερικά φώτα και έτσι το χωριό πήρε ξεχωριστή όψη από τα άλλα χωριά της επαρχίας μας που δεν πήραν ακόμη το ηλεκτρικό. Ξεκινώντας τώρα κανείς από οποιαδήποτε γωνία, μπορεί να βαδίσει άνετα προς οποιοδήποτε σημείο θέλει.

Στην κουζίνα είναι συγκεντρωμένα τα τρόφιμα, ψωμί, λάδι, κρασί, και τα μαγειρικά σκεύη. Το αλεύρι είναι εναποθηκευμένο μέσα σε μεγάλα μπαούλα που ονομάζονται αμπάρια και είναι τοποθετημένα στο υπόγειο. Κατά την Άνοιξη το υπόγειο είναι γεμάτο με μαλλιά των προβάτων, τα ονομαζόμενα πλουκάρια. Το τυρί το βάζουν μέσα σε βαρέλια ή δερμάτινους σάκους που ονομάζονται δερμάτια. Τώρα προσφάτως το μαζεύουν όλοι στα τενεκέδια. Όλα αυτά τοποθετούνται στο υπόγειο, επειδή εκεί κάνει ψύχρα κι αυτή είναι ευνοϊκή για το τυρί. Τα ψωμιά τοποθετούνται μέσα σ’ ένα μπαούλο που βρίσκεται στη γωνία της κουζίνας. Κάπου σε μια γωνία της κουζίνας βρίσκεται μια μικρή κάσσα κλειδωμένη απ’ τη μάνα, μέσα στην οποία φυλάγονται τα γλυκά. Συνήθως για γλυκό προς προσφορά στους επισκέπτες έχουν λουκούμι.

Τεύχος 20

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ενδυμασία των κατοίκων ενός χωριού, αντιπροσωπεύει την εξέλιξη αυτού. Καλό θα ήταν προς περιγραφή αυτής να αρχίσω απ’ τους παλαιότερους χρόνους, μπροστά από μια 50ετία και 100ετία, καθ’ ότι αυτή είναι η φυσική πορεία την οποία κάνει ένας λαός στην ενδυμασία και γενικά στον πολιτισμό.

Από γέρο ασφαλώς γνώρισα πλήρως την ενδυμασία των παλαιοτέρων κατοίκων από την εποχή γύρω απ’ το 1870, καθ’ όσον μέχρι τότε έφθανε το όριο γνώσεων του περί τούτης. Κατά την μικρή ηλικία οι γονείς έντυναν τα παιδιά τους με μάλλινα φορέματα που τα ονόμαζαν φούστες, ανεξαρτήτως εάν ήτο κορίτσι ή αγόρι. Την ενδυμασία αυτή έφεραν τα παιδιά μέχρι την προσχολική ηλικία δηλ 6/7 χρόνων. Μετά την προσχολική ηλικία κατά την σχολική δηλαδή τα αγόρια φορούσαν μάλλινα παντελόνια καμωμένα εις τον αργαλειό από τα χέρια των μανάδων. Κατά την εφηβική ηλικία έριχναν το παντελόνι και φορούσαν τη φουστανέλα. Κατά την εποχή αυτή που φρεσκοβγαλμένη απ’ τα δίχτυα της σκλαβιάς απολαμβάνουν τον ελεύθερο αέρα, ξυπνά το ένστικτο του εγωισμού και της υπερηφάνειας. Ντυμένοι με την φουστανιά και στολισμένοι με τα τσαμπράζια και με τα βαριά τσαρούχια με τις φούντες, πηδούν τριπλούν συνοδευόμενοι απ’ τα μάτια των κοριτσιών, που ντροπαλά προσπαθούν να καμαρώσουν τη λεβεντιά από τα μπαλκόνια των σπιτιών κρυφά απ’ τη Μάννα. Την ενδυμασία αυτή την έφεραν μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Τα κορίτσια έφεραν εσωτερικώς μάλλινες φούστες κι από πάνω τους τον ντουλαμά. Έμοιαζε δε αυτός με τα παλτά που φορούσαν προ 7ετίς τονισμένο πολύ στη μέση και φαρδύ, το δε μάκρος του έφθανε μέχρι τα παπούτσια. Αυτόν τον ύφαναν οι γυναίκες και τα κορίτσια στους αργαλειούς και κεντούσαν το πρόσθιων μέρος αυτού με όμορφες γαρνιτούρες. Στο κεφάλι φορούσαν ως συνήθως μαντήλια άσπρα πλαισιωμένα με πολύχρωμα χάνδρα.

Η ενδυμασία αυτή των κοριτσιών διατηρούνταν μέχρι το 50 σχεδόν έτους. Μετά έβγαζαν το μαντήλι απ’ το κεφάλι και αντί αυτού φορούσαν το γκαργκούλι. Ονομάζεται γκαρκούλι η μαντίλα η άσπρη η οποία ετοποθετείτο στο κεφάλι με τρόπον ώστε στη κορυφή του κεφαλιού δια της συγκεντρώσεως μερικών μαλλιών και δια της περισφίξεως εξωτερικώς δι αλυσίδας να σχηματίζεται ένας ημισφαιρικός όγκος. Η ενδυμασία αυτή παρέμενε μέχρι το τέλος των γηρατειών. Με την παρέλευση όμως του χρόνου οι άνδρες έριξαν τη φουστανέλα και μονιμοποίησαν το παντελόνι. Το τσαρούχι διατηρήθηκε επί πολλά χρόνια κατόπιν. Και σήμερα ακόμη βρίσκονται άτομα τα οποία φορούν τη φούντα του «21». Όταν έριξαν τη φουστανιά οι άνδρες άρχισαν να ντύνονται με μάλλινα χονδρά κουστούμια χρώματος μαύρου ή μπλε. Η ενδυμασία αυτή δεν έχει εξαφανισθεί ακόμη, έχει όμως περιορισθεί κάπως. Οι περισσότεροι άνδρες αφήνουν τα μάλλινα και αντικαθιστούν αυτά με τσιλβόλια ή ρετσίνες όταν είναι φτωχοί και με κασμήρια οι πλουσιότεροι. Βέβαια οι κτηνοτρόφοι και γενικά οι βοσκοί καθ’ όλην την διάρκεια του χειμώνα φορούν τα μάλλινα επειδή είναι πιο ζεστά. Το καλοκαίρι όμως λόγω της μεγάλης ζέστης δεν βλέπεις να τα φορεί κανείς.

Τεύχος 21

Οι γυναίκες και τα κορίτσια πέρασαν από ένα ακόμη στάδιο ενδυμασίας. Τα κορίτσια για να στολισθούν φορούσαν στο κεφάλι τους τα κουκάκια. Αυτά τα διατηρούσαν μέχρι τα 35-40 χρόνια περίπου. Κατόπιν άφηναν τα κοκκάκια και σαν γυναίκες που ήσαν φορούσαν την σκέπη, κατασκευασμένη από μαύρο γυαλιστερό ύφασμα και γύρω – γύρω γαρνιρισμένη με μαύρη φαρδιά δαντέλα ή την μπαρμπούλα σχεδόν ίδια με τη σκέπη, μόνο που αντί για δαντέλλα έφερε μακριά γυαλιστερά νήματα.

Σήμερα τα μεν κουκάκια τα έχουν καταργήσει τη δε σκέπη τη φορούν οι μεγάλες στην ηλικία. Η υπόλοιπη ενδυμασία είναι συγχρονισμένη με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Μόνο που οι μεγάλες στην ηλικία φορούν κάλτσες χονδρές μάλλινες μαύρες, επίσης και οι γέροι με τη διαφορά ότι το χρώμα τους είναι σ’ αυτούς λευκό.

ΕΟΡΤΑΙ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

για να περιγράψω τις εορτές τα ήθη και τα έθιμα του χωριού μου, θα αρχίσω από τις 20 Ιουλίου, καθ’ όσον η ημέρα αυτή είναι η του εορτασμού του προστάτη του χωριού, του προφήτου Ηλία.

Κατά την ημέρα αυτή όλοι οι κάτοικοι του χωριού εξέρχονται από τα σπίτια τους ντυμένοι με τα γιορτινά τους, το πρωί πάνε στην εκκλησία και κατά το μεσημέρι βγαίνουν στην πλατεία του χωριού. Εκεί παίζουν όργανα και χορεύουν.

Τα νέα κορίτσια ανεβαίνουν στο μικρό βουναλάκι, τον Οφανό, όπου βρίσκεται το εικόνισμα του Προφήτη Ηλία και χορεύουν, παίζουν και γελούν ξέγνοιαστα. Μόλις ο ήλιος πλησιάσει στη Δύση, γυρίζουν στην πλατεία του χωριού και χορεύουν με τα όργανα. Άλλη εορτή η οποία έρχεται μετά την του Προφήτου Ηλία είναι η εορτή του Αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου. Κατά την ημέρα αυτή, όπως και όλες τις γιορτές, μετά την εκκλησία πολλές ομάδες ξεκινούν για επισκέψεις στα σπίτια που γιορτάζουν. Δέκα πέντε έως είκοσι γριές σε μια ομάδα, λόχος ολόκληρος, με κανένα εγγονάκι πιασμένο απ’ το χέρι ξεκινούν να κάνουν μια μεγάλη διαδρομή. Φέρνουν το γύρο του χωριού και δεν αφήνουν σπίτι γιορτάσιμο στο παράπονο.

Οι γέροι με τα φαρδοπουκάμισα και με τον παπά στη μέση της παρέας, με τη σκούφια στραβά βαλμένη και με το μπαστούνι στο χέρι ξεκινούν να πιούν και να μεθύσουν.

Οι νέοι με τα όργανα μαζί τους ξεκινούν από την πλατεία και το μεσημέρι τους βλέπει να τρικλίζουν από τη μέθη και με τα πουκάμισα έξω να τραγουδούν διάφορα τραγούδια.

Είμασταν μια παρέα πέντ’ έξ, οκτώ παιδιά κυρά δασκάλα (δις)

Είμασταν ορκισμένα τα καυμένα ωρε μπροστά στην Παναγιά κυρά δασκάλα(δις)

Να κλέψωμ’ τη δασκάλα, τη δασκάλα που μέσα απ’ το σχολειό κυρά δασκάλα (δις)

Ωρε που μεσ’ απ’ το σχολειό.

Το απόγευμα καταζαλισμένοι από το πολύ τσίπουρο, συγκεντρώνονται στην πλατεία. Εκεί πιάνονται σ’ ένα χορό με τα όργανα στη μέση του κύκλου. Πολύ γρήγορα συγκεντρώνονται τα κορίτσια και οι γυναίκες και όλοι οι υπόλοιποι χωριανοί πιάνονται στο χορό περιμένοντας πότε να έλθει η σειρά τους να χορέψουν μπροστά να σύρουν το χορό. Αξίζει να βλέπει κανείς το γέρο να τινάζει το φαρδοπουκάμισο του και τη γριά να κουνάει το μαντήλι και να χορεύει στο άκουσμα του κλαρίνου και του βιολιού που παίζουν διάφορα τραγούδια της λεβεντιάς.

Άϊντε δεν σ’ άρεζε γυιός Σμαήλαγα

Δεν σ΄άρεζε και το Ντουτσκό

Δεν σ΄ άρεζε και το Ντουτσκο Φούρκα μωρέ

Φούρκα και Σαμαρίνα.

Άϊντε μον΄γύρευες γυιός Σμαήλαγα

μον, γύρευες μωρ΄το Ντουτσκό

Μον΄γύρευες μωρ΄το Ντουτσκό τα 12 τα σπίτια

Αϊντε κι απάνω κλε, γυιός Σμαήλαγα

κι απάνω κλέφτες κάθονταν, κλέφτες

μωρέ κλέφτες και χαρατζήδες.

Έτσι με χορούς και γλέντια περνά η ημέρα αυτή. Έτσι παρόμοια περνούν και όλες οι άλλες γιορτές. Οι επισκέψεις κατά τις νυχτερινές ώρες είναι σπάνιες.

Μετά την εορτή του Αγίου Δημητρίου έρχονται τα Χριστούγεννα. Κατά τα χαράματα της προηγούμενης ημέρας των Χριστουγέννων οι μικροί με τον κόλιαντρα δεμένο στη θηλιά του παντελονιού ή με κανένα σακουλάκι στον ώμο τρέχουν στα σπίτια να συγκεντρώσουν κουλούρια. Μόλις ξυπνήσουν οι μικροί αμέσως βγαίνουν έξω και αρχίζουν να φωνάζουν «Κόλιαντρα, μέλιαντρα, κολιαντράκος». Στα σπίτια που γυρίζουν δεν ψάλλουν τα κάλαντα όλοι, καθ’ όσον οι περισσότεροι είναι μικροβοσκοί και δεν τα γνωρίζουν. Σε μερικά σπίτια γίνεται και ένα έθιμο. Μόλις φθάσουν οι μικροί στην πόρτα ενός σπιτιού η σπιτονοικοκυρά παίρνει έναν απ’ αυτούς μέσα και του προσφέρει γλυκό. Του λένε να βελάξει, όπως τα αρνιά και τα κατσίκια και οι νοικοκυραίοι ρίχνουν αλάτι. Αυτό το κάνουν για να γεννήσουν τα πρόβατα και τα γίδια θηλυκά. Οι μαθητές του Δημοτικού Σχολείου και του Γυμνασίου φτιάχνουν ένα αστέρι και γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας τα κάλαντα: «Καλήν ημέραν». Κατά την ίδια μέρα και μετά την Ανατολή του ηλίου όλοι οι χωρικοί κόβουν τους χοίρους, τους οποίους διατηρούσαν σχεδόν ένα έτος. Την ημέρα των Χριστουγέννων όλοι είναι συγκεντρωμένοι, μικροί και μεγάλοι, μέσα στην εκκλησία. Εκεί με ευλάβεια και σεβασμό περνούν τις ώρες της λειτουργίας. Μετά τη λειτουργία συγκεντρώνονται στο σπίτι, όπου τους περιμένει το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, γεμάτο με ορεκτικά φαγητά, σούπα, γιαπράκια, κότα γεμιστή κ.ά. Κατά το απόγευμα βγαίνουν πάλι στην πλατεία και χορεύουν με τα όργανα. Οι χαρές είναι μεγάλες και τις τρείς μέρες των Χριστουγέννων. Όλοι είναι χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Μετά από τα Χριστούγεννα έρχεται η Πρωτοχρονιά. Όσο πλησιάζει η ημέρα αυτή, κατά τις νύχτες τόσο περισσότερο βροντούν τα κουδούνια. Έχουν το έθιμο, μόλις περάσει η εορτή του Αγίου Νικολάου να βγαίνουν κάθε βράδυ οι νέοι από τα σπίτια τους έχοντας από 1-2 κουδούνια ή κυπριά και μόλις φθάσουν στην πλατεία και συγκεντρωθούν όλοι μαζί, χορεύουν λίγο, γυρίζουν όλους τους δρόμους του χωριού κατατρομάζοντας τα σκυλιά των σπιτιών.

Τεύχος 22

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς συγκεντρώνονται στην Πλατεία με τα κουδούνια πάλι και εκεί καταστρώνουν σχέδιο, πως και από ποιες αυλές των σπιτιών θα κλέψουν πουρνάρια για τη φωτιά. Αφού καταρτισθούν τα σχέδια, γίνονται οι εξορμήσεις και μέσα σε μισή ώρα είναι κιόλας συγκεντρωμένα τα πουρνάρια στην πλατεία. Τότε ανάβουν μια μεγάλη φωτιά και πιάνονται στο χορό γύρω από αυτήν. Μέχρι την 12η και 1η νυχτερινής τους βρίσκει κανείς να χορεύουν εκεί γύρω απ’ τη φωτιά, που μόλις μερικά κάρβουνα έχουν μείνει ακόμη.

Πρωί-πρωί πριν ανατείλει ο ήλιος πολλοί νέοι ντύνονται τη φουστανέλα, τα τσαρούχια, τις βαριές αλυσίδες για να παίξουν τον Αϊ Βασίλη καθώς λέγουν. Απ’ τους νέους άλλοι ντύνονται τσολιάδες και άλλοι νύφες, φορούν γυναικεία ρούχα. Ο κάθε τσολιάς έχει τη ντάμα του. Η συγκέντρωση γίνεται στο σχολείο. Εκτός απ’ τους τσολιάδες και τις νύφες-πολλοί ντύνονται καρναβάλια. Άλλοι φορούν ένα μαύρο φόρεμα, κάπα όπως τη λένε οι χωρικοί και στο κεφάλι φορούν ένα τομάρι λαγού, το οποίο φτιάχνουν σαν μια μεγάλη προσωπίδα. Ολόγυρά τους και στο ύψος της μέσης τους βλέπει κανείς δεμένα κουδούνια που κτυπούν συνεχώς, σε κάθε τους κίνηση. Φέρουν και μια μεγάλη μαχαίρα για να χαρατσώνουν όλους τους θεατές. Σε κάθε χωρικό που θα πάνε θα πρέπει να τους κεράσει. Άλλοι ντύνονται γύφτοι με αρκούδες, άλλοι γέροι και γριές. Μόλις τελειώσει η εκκλησία ξεκινούν για το σπίτι του παπά, τραγουδώντας το τραγούδι:

Άγιος Βασίλης έρχεται Γενάρης ξημερώνει

Βασίλη μ’ πόθεν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις

Εγώ απ’ τα ξένα έρχομαι και στα δικά μου πάω

Σαν έρχεσαι απ’ την ξενιτιά πες μας κάνα τραγούδι …

Μετά από την επίσκεψη στο σπίτι του παπά, επισκέπτονται όλα τα σπίτια του χωριού, λέγοντας και από ένα τραγούδι. Εάν στην οικογένεια που επισκέπτονται υπάρχει κανένα άτομο που σπουδάζει λέγουν το τραγούδι:

Μάνα χρυσή μάνα αργυρή, μάνα μαλαματένια

Χρυσόν υιών απ’ ώκανες, χρυσόν μαλαματένιο

Τον έλουζες, τον χτένιζες και στο σχολειό τον στέλνεις

Κι ο δάσκαλος τον έδερνε με τη χρυσή βεργίτσα …

Στην οικογένεια που έχει ένα άτομο ξενιτεμένο τραγουδούν το:

Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο

Η ξενιτιά σε χαίρεται και γω έχω τον καημό του

Τι να σου στείλω ξένε μου τι να σου προβοδίσω

Σου στέλνω μήλο λιάζεται κυδώνι μαραγκιάζει

Σου στέλνω το μαντήλι μου με δάκρυα γεμάτο

Τα δάκρυα είναι καυτά και καίγουν το μαντήλι.

Όλοι οι τσολιάδες έχουν εκλέξει έναν ως επικεφαλής, ο οποίος λέγεται πρωτοκαπετάνιος, βγάζει το μαχαίρι του και το προτείνει δήθεν απειλητικά στην οικοκυρά. Αυτή βάζει ένα νόμισμα πάνω στο μαχαίρι και τότε ο καπετάνιος αφού πηδά πάνω 2-3 φορές, βάζει το μαχαίρι του στη θέση. Όταν τελειώσουν τις επισκέψεις βγαίνουν στην πλατεία και εκεί πιάνονται στο χορό. Πρώτος χορεύει ο πρωτοκαπετάνιος και ύστερα ακολουθεί η σειρά των άλλων. Ο κάθε καπετάνιος έχει δίπλα του τη ντάμα. Οι γέροντες ζουν τις ευτυχέστερες στιγμές, όταν βλέπουν τα εγγόνια των ή τα παιδιά των να είναι ντυμένα με τη λεβέντικη στολή και να χορεύουν λεβέντικους χορούς. Τα τραγούδια μαρτυρούν την λεβεντιά των παλαιότερων και προξενούν τη δυστυχία στους γέρους όταν αναπολούν την περασμένη τους ζωή. Περήφανοι σηκώνονται απ’ τα πεζούλια της πλατείας και με αργό βήμα πηγαίνουν να πιαστούν μπροστά στο χορό να χορέψουν. Στον χορό αυτόν δεν χρησιμοποιούν όργανα, αλλά τραγουδούν όλοι μαζί λεβέντικα. Ο τσολιάς καμαρωτός – καμαρωτός, και με το μαχαίρι στα χέρια, με τα μάτια στραμμένα προς την κοπέλα που επιθυμεί πηδά και τινάζει τη φουστανιά του κατενθουσιασμένος. Τι να μην ενθουσιασθεί ο νέος όταν ακούει ένα τραγούδι όλο ζωντάνια και λεβεντιά:

Αϊντε χορεύουν τα κλεφτόπουλα

Γλεντούσαν τα καημένα

Κι ένα μικρό κλεφτόπουλο

Δεν παίζει, δεν γλεντάει

Με τα’ άρματά του μάλωνε

Και στ’ άρματά του λέει

Αϊντε ντουφέ μωρέ ντουφέκι μου

Περήφανο κι αστραφτερό ντουφέκι

Πόσες φορές με γλύτωσες απ’ των εχθρών τα χέρια

Αν με γλυτώσεις και τούτη τη φορά

Θε να σε κάνω μάλαμα θε να σε κάνω μαλαματένιο.

Τι να μην νοιώθει τον εαυτό του περήφανο ο νέος στο άκουσμα του τραγουδιού:

Εννιά χιλιάδες πρόβατα

Κι εννιά χιλιάδες γίδια

Εννιά τσοπάνοι τάβοσκαν, εννιά τσοπαναραίοι

Οι πέντε πάισαν για ψωμί,

Κ’οι τρεις για μαύρα μάτια

Κ’ αφήν’ το Γιάννη μοναχό σε όλα τα κοπάδια

Καλά Γιάννη μ’ τα πρόβατα,

Καλά Γιάννη μ’ τα γίδια

Να μην τα πας κατ’ το γιαλό

Και τα’ αλμυροποτίσεις.

Ζουν στιγμές ευχάριστες με το τραγούδι και συμβουλεύουν συγχρόνως:

Εννιά καρδιές ν’ άχει ο άνθρωπος

Στο ευζωνικό μην πάει

Το ευζωνικό είναι όχτικας

Οχτικιάζουν παλληκάρια

Οχτίκιασε ένας λοχαγός κι ένας επιλοχίας…

Ενώ όλοι είναι πιασμένοι στον χορό κάπου-κάπου κανένα ζευγάρι από ένα καπετάνιο και μια ντάμα βολτάρουν εκεί κοντά προτείνοντας αυτήν στους χωρικούς. Τότε ο χωρικός παίρνει τη ντάμα δίπλα του και τη φιλά. Πληρώνει το φιλί με νόμισμα. Εάν θελήσει να ξεφύγει την πληρωμή, ως αστείο τότε ο καπετάνιος τον κυνηγάει και όταν τον πιάσει τον εξαναγκάζει να πληρώσει. Ο γύφτος με την αρκούδα παίζει τον ταϊρέ του και χορεύει η αρκούδα. Σε κάθε τραγούδι του, κερνούν οι χωρικοί για τον κόπο του.

Τεύχος 23

Το βράδυ όλοι οι τσολιάδες συγκεντρώνονται σε ένα σπίτι, του πρωτοκαπετάνιου συνήθως και χορεύουν συνεχώς μέχρι πότε αντέξουν. Η νοικοκυρά του σπιτιού τους ετοιμάζει το κρέας που μάζεψαν την ημέρα γυρίζοντας στα σπίτια. Αυτοί, πεινασμένοι από όλη την ημέρα τρώνε με μεγάλη όρεξη. Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς όλη η οικογένεια συγκεντρώνεται γύρω από τη βασιλόπιττα. Μέσα στη βασιλόπιττα βάζει η μητέρα ένα νόμισμα, ένα πουρναρόφυλλο και ένα άχυρο. Η μητέρα κόβει την πίτα σε τόσα μέρη, όσα είναι τα άτομα του σπιτιού. Παίρνει κάθε ένας το κομμάτι του και βλέπει την τύχη του ανάλογα με ότι θα βρει. Εάν π.χ. βρει το πουρναρύφυλλο θα κάνει πολλά γίδια, εάν βρει το άχυρο θα γίνει γεωργός και εάν βρει το νόμισμα θα γίνει πλούσιος. Μετά την πρωτοχρονιά έρχονται κατά σειρά τα Θεοφάνεια. Μετά την λειτουργία κατεβάζουν απ’ τις θέσεις τους όλες τις εικόνες των Αγίων και εν συνεχεία γίνεται η λεγόμενη δημοπρασία. Όποιος θα τάξει περισσότερα στον Άγιο που θέλει, αυτός παραλαμβάνει την εικόνα και την τοποθετεί έξω στον νάρθηκα. Αφού παραλάβουν όλες τις εικόνες κατ’ αυτόν τον τρόπο, γίνεται η περιφορά αυτών γύρω απ’ το χωριό. Ξεκινούν από την εκκλησία βαδίζοντας περί τα 300μ. στο δρόμο που φεύγει προς τη Στερνούρα, έπειτα γυρίζουν αριστερά και κατευθύνονται στο Πηγαδούλι. Εκεί δροσίζουν τις εικόνες με το νερό της βρύσης και παίρνοντας τις πάλι στον ώμο περνούν από τον Οφανό και έρχονται στην Κατσιμπρομούλα. Εν τω μεταξύ μέχρις ότου γυρίσουν αυτοί τις εικόνες, όλοι οι εκκλησιαζόμενοι φεύγουν απ’ την εκκλησία μαζί με τον παπά και πάνε στην Κατσιμπρομούλα, όπου συναντώνται με τους φέροντας τις εικόνες. Φθάνοντας στην Κατσιμπρομούλα οι φέροντες τις εικόνες, βάζουν αυτές στη σειρά στην πλαγιά πάνω από τη βρύση. Γίνεται κατόπιν δοξολογία. Είναι πολύ όμορφα να βλέπει κανείς από μακριά όλο αυτό το πλήθος συγκεντρωμένο γύρω απ’ τον παπά, ο οποίος ψάλλει συνεχώς. Όλες οι γυναίκες κρατούν στα χέρια ένα δίσκο, μέσα στον οποίο έχουν μια κουλούρα και ένα μάτσο άχυρα, καθώς και ένα ποτήρι ή ένα κανατάκι, για να πάρουν αγιασμένο νερό. Την κουλούρα την διαβάζει ο παπάς και την δίνουν έπειτα στα ζώα να την φαν. Μετά τη δοξολογία γυρίζουν στα σπίτια οι χωριανοί για να φαν, ενώ εκείνοι που περιέφεραν τις εικόνες τις μεταφέρουν πάλι στην Εκκλησία και τις τοποθετούν στην αρχική τους θέση.

Τεύχος 24

Νύχτα σελώνει τα’ άλογο

Νύχτα το καλιγώνει

Βάζει ασημένια πέταλα

Καρφιά μαλαματένια…

Μόλις τελείωναν το τραγούδι έστελναν τις ίδιες δυό κοπέλες να φέρουν την κανάτα. Τότε γινόταν η κλήρωση. Συγκέντρωναν δηλαδή ένα μεγάλο αριθμό τετραστίχων απ’ το ημερολόγιο και αφού διάβαζαν ένα τετράστιχο πρώτα, έπειτα έβγαζαν, χωρίς να διαλέξουν ένα αντικείμενο από την κανάτα. Το περιεχόμενο του τετράστιχου αναφερόταν στην κτήτρια του αντικειμένου. Αφού γινόταν η κλήρωση, διαλυόταν τα κορίτσια. Άλλα ευχαριστημένα και άλλα δυσαρεστημένα από την τύχη του παιχνιδιού αυτού.

Ανάσταση

Την εορτή της Αναστάσεως του Λαζάρου όλες οι ενήλικες κοπέλες ντυνόταν με ομοιόμορφη στολή. Φορούσαν τα κουκάκια στο κεφάλι, ένα αρχαίο φόρεμα λεγόταν στόφα, ένα τσικέτο και χονδρές κάλτσες. Μετά τη λειτουργία επισκεπτόταν όλα τα σπίτια. Μπροστά πήγαινε η πρωτολαζαρίνα. Ονόμαζαν δε πρωτολαζαρίνα μια κοπέλα, συνήθως μεγαλύτερη απ’ όλες στην ηλικία και εκλεγομένη από κοινού. Όταν έφευγαν απ’ την εκκλησία τραγουδούσαν το τραγούδι:

Κάτω στ’ αργυροστόλισμα

Και του Κυριού τον τόπο

Εκεί παιδεύουν το Χριστό

Οι σκύλοι οι Οβραίοι.

Τον παίδευαν τον σ, κέντεβαν

Πέντε καρφιά του βάζουν

Και συ κυρά μου λούζεσαι

Και τον Χριστό παιδεύουν…

Το απόγευμα έβγαιναν στην πλατεία και χόρευαν. Το βράδυ επίσης στο σπίτι της Πρωτολαζαρίνας. Πριν όμως, πάνε για το γλέντι έπαιρναν από το σπίτι του επιτρόπου τη βάγια και την πήγαιναν στην εκκλησία. Το πρωί της Κυριακής, ξαναντυνόταν πάλι και μετά απ’ τη λειτουργία ξαναχόρευαν. Τραγουδούσαν τα τραγούδια που μιλούσαν για το Χριστό. Μόλις όμως άρχιζαν να χορεύουν έλεγαν αυτό:

Σήμερα ημέρα του Βάϊου

Σήμερα σιργιάνια

Παν οι αρχόντζιες στην εκκλησιά

Κεράτσες παν να παρν’ τα Βάϊα

Και τα μικρά αρχοντόπουλα

Πάνε να μεταλάβουν

Δεύτερη μεγάλη εορτή μετά τα Χριστούγεννα είναι η εορτή του Πάσχα

Το Σάββατο βράδυ, το Μεγάλο βέβαια, χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες προσκαλώντας όλους τους χωριανούς να λάβουν μέρος στην Ανάσταση του Χριστού. Χτυπούν κατά τις 12 ακριβώς μέχρι τις 2. όλοι οι χωρικοί σαν ευλαβείς χριστιανοί τρέχουν στην εκκλησία του χωριού. Η Ανάσταση γίνεται έξω στο προαύλιο της εκκλησίας. Μετά το τέλος της λειτουργίας γυρίζουν στα σπίτια τους και ετοιμάζουν τα αρνιά. Ο νοικοκύρης του σπιτιού γδέρνει το αρνί, το καθαρίζει από μέσα και το βάζει στο σουβλί. Μαζεύονται πολλά άτομα μαζί, πολλές οικογένειες δηλ. που μένουν στην ίδια γειτονιά και σε ένα ανοιχτό μέρος ψήνουν τα αρνιά στη σειρά. Καθ’ όλη τη διάρκεια που ψήνονται τα’ αρνιά οι κοπέλες της οικογένειας προσφέρουν τσίπουρο, κρασί και μεζέδες από τα εντόσθια του αρνιού. Οι ελεύθεροι, αυτοί δηλ. που δεν έχουν να κάνουν τίποτα, χορεύουν συνεχώς και πίνουν.

Πόσο όμορφα είναι να βλέπει κανείς ένα μικρό πλήθος ανθρώπων να χορεύει, να πίνει, να τραγουδά και να γυρίζει συνεχώς η σούβλα του αρνιού!. Όλοι είναι κατακόκκινοι απ’ τη φωτιά. Τα μάγουλα τους αποκτούν ένα ροζέ χρώμα, που δείχνει την ευτυχία του καθενός. Δεν βλέπεις στενοχωρημένο άνθρωπο εκείνη την ημέρα. Όλοι προσπαθούν να ξεχάσουν τις ατυχίες τους και τις εν γένει δυστυχίες που τους παρέχει η ζωή καθημερινώς. Είναι η ημέρα του γλεντιού, της τρέλας και της μέθης.

Μετά το ψήσιμο των αρνιών ο κάθε νοικοκύρης αναχωρεί για το σπίτι του. Όλη η οικογένεια τότε γύρω στο χαρούμενο τραπέζι τσουγκρίζει τα κόκκινα αυγά και τρώει ευτυχισμένη. Το απόγευμα της ημέρας αυτής βγαίνουν όλοι γενικά οι χωρικοί απ’ τα σπίτια στην πλατεία του χωριού. Εκεί οι νέοι με τις νέες κάνουν βόλτα οι γέροι πιάνουν τα πεζούλια και οι άλλοι χορεύουν στη μέση της πλατείας. Τα όργανα παίζουν κλέφτικα και συρτά τραγούδια. Οι χωρικοί κερνούν το παιδί τους ή τη νύφη τους που χορεύουν μπροστά. Ο πιο μεγάλος μπαίνει στη μέση και χτυπά παλαμάκια. Άλλοι χορεύουν έχοντας το κρασί στο κεφάλι και άλλοι χωρίς. Τις επόμενες ημέρες του Πάσχα παρατηρούνται ακόμη μεγαλύτερα γλέντια. Κατά τη δεύτερη ιδίως πολλοί ξένοι συχνάζουν στο χωριό. Έρχονται να λάβουν μέρος στο ξεφάντωμα των χωρικών. Κατά τις επόμενες ημέρες ο εκκλησιασμός γίνεται το πρωί και το βράδυ. Την Δευτέρα ημέρα του Πάσχα το βράδυ όλοι οι μορφωμένοι νέοι με τις νέες κάνουν πάρτι σε ένα από τα μεγαλύτερα καφενεία του χωριού. Εκεί μπορεί να παρατηρήσει κανείς το πραγματικό ξεφάντωμα. Ανάμεσα στους πολλούς μοντέρνους χορούς, τα ανέκδοτα, τα σόκιν και οι μιμήσεις άλλων προσώπων μαζί με τα τραγούδια δίδουν μια νότα χαράς στην αξέχαστη αυτή βραδιά.

Στις επόμενες εορτές μετά το Πάσχα (Αγίου Θωμά, Αγίου Κωνσταντίνου κλπ.) οι χωρικοί γλεντούν και πάλι με την ίδια όρεξη και επιθυμία.

Τεύχος 25

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΙΝ, ΒΑΠΤΙΣΙΝ, ΤΟΝ ΓΑΜΟΝ, ΤΗΝ ΤΑΦΗΝ ΚΑΙ ΤΑΣ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ.

Όταν γεννηθεί ένα μωρό, η μητέρα του ντύνεται με χονδρά και σκουρόχρωμα ρούχα και φορά απαραιτήτως στο κεφάλι της μαντήλι, εις την άκρη του οποίου δένει τη βέρα της με το δαχτυλίδι.

Οι συγγενείς του μωρού πηγαίνοντας να το δουν φέρνουν μαζί τους γλυκίσματα ή ψωμί με φτιαγμένο ρύζι. Φεύγοντας θα πρέπει να κεράσουν το μωρό και να αφήσει μια κλωστή από πάνω της.

Επί 40 ημέρες η λεχώ δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί έξω από το σπίτι. Ο επισκέπτης φεύγοντας θα πρέπει να φτύσει τη λεχώ και το μωρό της για να μην τους ματιάσει όπως λένε. Όταν το μωρό γίνει ενός ή τριών μηνών το βαπτίζουν. Αυτό το κάνει ο νονός του ζευγαριού. Η γιαγιά του μωρού ή οποιαδήποτε μεγάλη γυναίκα παίρνει το μωρό και το μεταφέρει στην εκκλησία. Εκεί όταν έλθει ο νουνός το παίρνει στα χέρια του και μετά από ολίγον διάβασμα του παπά δίδει το όνομα του μωρού. Όλα τα πιτσιρίκια που στέκονται εκεί γύρω στο άκουσμα του ονόματος τρέχουν για το σπίτι του μωρού, για να πάρουν κέρασμα από τους γονείς του. Κατόπιν επιστρέφουν στην εκκλησία όπου παίρνουν και το κέρασμα του νονού.

Ύστερα ο νουνός με τον παπά, και όλοι οι καλεσμένοι μπαίνουν στον κυρίως ναό όπου γίνεται η βάπτισις. Ο τρόπος είναι γνωστός σ’ όλους εφ’ όσον παντού επικρατεί ο ίδιος.

ΑΡΡΑΒΩΝ

Όταν ένας νέος συμπαθήσει μια κοπέλα, στέλνει έναν δικό του συγγενή στο σπίτι της κοπέλας και την ζητά σε γάμο. Εάν εκπληρωθούν οι απαιτήσεις και οι επιθυμίες και του γαμπρού και της νύφης, τότε δίδουν τον λόγο οι σπιτικοί του κοριτσιού. Το άλλο βράδυ έχουν τους αρραβώνες. Συγκεντρώνονται οι συγγενείς του παιδιού και του κοριτσιού και γλεντούν. Κατά το τέλος του γλεντιού, αφού φάνε και χορέψουν αρκετά, κερνούν τη νύφη και φεύγουν. Μετά από λίγο καιρό γίνονται τα επίσημα δηλ. οι επίσημοι αρραβώνες. Τη φορά αυτή οι καλεσμένοι είναι πάρα πολλοί και τα γλέντια πιο ζωηρά, καθ’ όσον τα ζωντανεύει το κλαρίνο με το βιολί ‘η το πικ-απ με το μεγάφωνο. Όταν ο γαμπρός νοιώσει την επιθυμία της παντρειάς και η νύφη τελειώσει τα προικιά της, παντρεύονται.

Πριν από το γάμο περίπου 15 ημέρες πάει ο πεθερός της νύφης στο σπίτι και κόβουν τα προικιά δηλ. λένε πότε θα γίνει ο γάμος. Από τότε μια συνεχής κίνηση παρατηρείται. Μοδίστρες που ράβουν συνεχώς και συγγενείς γυναίκες που πάνε να βοηθήσουν. Περίπου μια βδομάδα πιο μπροστά απ’ το γάμο, οι δυο οικογένειες του γαμπρού και της νύφης προσκαλούν όλο το χωριό, να προσέλθουν στους γάμους των παιδιών τους. Ο γάμος γίνεται συνήθως ημέρα Κυριακή. Τρεις ημέρες πιο μπροστά απ’ την Κυριακή, το βράδυ της Πέμπτης, γίνονται τα προζύμια στο σπίτι του γαμπρού στο σπίτι της νύφης γίνονται την Παρασκευή το βράδυ. Συγκεντρώνονται στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης οι συγγενείς και περνούν μερικές ώρες ως εξής:

Τα παιδιά, αδέλφια ή εξαδέλφια του γαμπρού ή της νύφης πιάνονται και χορεύουν. Όλα τα παιδιά κρατούν από ένα αντικείμενο της αγροτικής ζωής. Αφού τελειώσουν το χορό μαζεύονται γύρω από μια σκάφη που είναι τοποθετημένη στο μέσον του δωματίου εις την οποία ζυμώνει μια κοπέλα και τραγουδούν:

Ζυμώνουνε τα προζύμια

Προζύμια για το γάμο

Κοράσι το ζυμώνει

Αγόρι κοσκινίζει

Με μάνα με πατέρα

Με θειές και με μπαρμπάδες.

Όταν η κόρη τελειώσει το ζύμωμα ρίχνουν μέσα στη σκάφη και επάνω ακριβώς στην ισοπεδωμένη ζύμη διάφορα και άφθονα νομίσματα. Οι μικροί καλούνται απ’ την κόρη να αρπάξουν με τα δόντια τα νομίσματα, ενώ η κοπέλα του σπρώχνει το κεφάλι μέσα στη ζύμη, τη στιγμή που προσπαθούν να αρπάξουν κανένα νόμισμα. Κατά τη διάρκεια των γεγονότων αυτών οι γυναίκες και τα κορίτσια που παρευρίσκονται εκεί τραγουδούν:

Εδώ τρουίρου στον χορό

Δακτυλίδι μούπεσε

Κι η νύφη τούβρεσκε.

Ας τον πάρει ας τον χαρεί

Ώσπου νάρθει η Κυριακή.

Τεύχος 26

Οι υπόλοιπες ημέρες περνούν με έντονες προετοιμασίες για το γάμο. Την Παρασκευή το πρωί η νύφη απλώνει την προίκα της και πάνε όλα τα κορίτσια να την δουν προσφέροντας και ένα δώρο η κάθε μια. Την κρατούν μέχρι το Σάββατο το απόγευμα, οπότε τη μαζεύουν σε μια γωνιά και ετοιμάζουν το σπίτι για το βράδυ.

Το βράδυ λοιπόν του Σαββάτου μαζεύονται στα σπίτια των συμπεθέρων όλοι οι συγγενείς και όσοι απ’ τους χωρικούς επιθυμούν. Και στα δυο σπίτια το κλαρίνο παίζει συνεχώς για τους χορευτάς.

Στο σπίτι της νύφης στις 9-10 βάζουν τραπέζι σ’ όλους τους παρευρισκομένους εκεί. Στο σπίτι του γαμπρού την ώρα αυτή πηγαίνουν να πάρουν το νουνό και γυρίζοντας βάζουν τραπέζι. Ο γαμπρός και η νύφη τη νύχτα αυτή δεν κάθονται καθόλου. Συνεχώς πιάνουν αυτούς που χορεύουν μπροστά. Η ανατολή του ηλίου τους βρίσκει όλους βυθισμένους στον ύπνο και μόνο καμιά κοπέλα έξω απ’ το σπίτι πλένει και σκουπίζει την αυλή. Κατά τις 11π.μ. αρχίζουν πάλι τα γλέντια. Η νύφη περιτριγυρίζεται από πολλές κοπέλες, οι οποίες την στολίζουν τραγουδώντας τραγούδια συγκινητικά:

Τι στέκεις μωρέ μάνα

Τι στέκεις κι αγναντεύεις

Δεν φέρνεις τα’ άρματά μου

Και τα νυφικά.

Εγώ νύφη λέω (θέλω) να γενώ

Να ηρωτοφιλήσω χέρια

Από μάνα, από πατέρα,

Από θειές κι από μπαρμπάδες.

Δεν είναι δυνατόν να παραμείνει ασυγκίνητη κάθε ψυχή στο άκουσμα των τραγουδιών που δηλώνουν ότι φεύγει για πάντα η κόρη. Δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητη καμιά καρδιά, όταν βλέπει την κόρη να θρηνεί και να κοιτάζει τη μάνα της, σαν να την λέει ότι μέχρι τώρα ήταν κοντά της. Ήρθε η ώρα να ξενιτευτεί, να φύγει μακριά στα ξένα:

Διώξε με μάνα διώξε με

Με ξύλα με λιθάρια,

Νομίζεις πως θα πάω

Και γρήγορα θα γυρίσω.

Θα κάνεις μήνες να με δεις

Χρόνους να μ’ ανταμώσεις

Θα κάνω χρόνους εκατό

Κι ύστερα θάρουμ’ κι έρθω.

Τα συναισθήματα συγκρούονται, η θλίψη της νύφης φαίνεται σαν υποκριτική χαρά στο άκουσμα του τραγουδιού:

Δεν το πιστεύω μάνα μου,

Δεν το παραπιστεύω,

Πως είν’ δική μου η χαρά,

Πως είν’ δικός μου ο γάμος,

Αν δεν βαρέσουν όργανα

Αν δεν σφαγούν κριάρια.

Ενώ τραγουδούν αυτά, δίπλα στο άλλο δωμάτιο του σπιτιού, ο πατέρας της νύφης δακρυσμένος κι αυτός, κανονίζει τη σειρά του χορού, στο άκουσμα του κλαρίνου και του ταμπούρλου, τα οποία ταράζουν όλο το χωριό.

Στο σπίτι του γαμπρού παρατηρείται μια πολύ εύθυμη όψη. Κατά τις 12-1 πηγαίνουν να πάρουν το νουνό. Γυρίζοντας τρώνε όλοι και κατά τις 2-3 μμ. μαζί με το νουνό ξεκινούν να πηγαίνουν στο σπίτι της νύφης. Τα όργανα παίζουν μπροστά, ενώ από πίσω ακολουθούν όλοι οι άλλοι. Το γαμπρό

Το γαμπρό τον κρατούν απ’ τα δυο μέρη τα αδέλφια του. Μόλις φθάσουν στο σπίτι της νύφης, ένας συγγενής της κερνάει πιοτό στους συγγενείς του γαμπρού. Δυο μπρατίμια του γαμπρού πάνε μέσα στη νύφη και της φορούν τα παπούτσια. Ο γαμπρός με το νουνό χορεύουν στην αυλή, μέχρις ότου φορτώσουν τα προικιά πάνω στο τρακτέρ. Τα κορίτσια γύρω απ’ τη νύφη τραγουδούν:

Μάναμ’ Τούρκοι, μάναμ’ Φράγκοι

Μάναμ’ ήρθαν να με πάρουν

Και στα ξένα να με πάνε.

Εγώ στα ξένα δεν πηγαίνω.

Σύρε γυιέμ’ σύρε κορίτσι’ μ

Σύρε νάχεις την ευχή μου.

Οι παρευρισκόμενοι στη νύφη φθάνουν στο ύψιστο σημείο της συγκινήσεως, όταν ακούν τραγούδια που εκφράζουν τη φλογερή επιθυμία της κοπέλας να καθίσει κοντά στη μάνα της.

Συνεχίζεται…….

Τεύχος 27