ημερομήνια (τα): οι πρώτες δώδεκα μέρες του Αυγούστου των οποίων οι καιρικές συνθήκες αντιστοιχούν στον καιρό των δώδεκα επόμενων μηνών
Η ντοπιολαλιά του Δρυμού Ελασσόνας, γνωστού και ως Δριάνοβο, αποτελεί ένα ζωντανό κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς του χωριού, αντανακλώντας την ιστορία, τις παραδόσεις και την καθημερινή ζωή των κατοίκων του. Όπως και σε άλλες περιοχές της επαρχίας Ελασσόνας, η τοπική διάλεκτος παρουσιάζει ιδιαίτερα γλωσσικά χαρακτηριστικά που έχουν διαμορφωθεί μέσα από τους αιώνες.
Γλωσσικά Χαρακτηριστικά
Η ντοπιολαλιά του Δρυμού περιλαμβάνει λέξεις και εκφράσεις που ενδέχεται να μην είναι ευρέως κατανοητές εκτός της τοπικής κοινότητας. Αυτές οι ιδιωματικές εκφράσεις προσδίδουν μια μοναδική ταυτότητα στον λόγο των κατοίκων, διατηρώντας ζωντανή την πολιτιστική τους κληρονομιά.
Επιρροές και Ετυμολογία
Η γλωσσική ποικιλία της περιοχής έχει επηρεαστεί από διάφορους παράγοντες, όπως η γεωγραφική θέση, οι ιστορικές συγκυρίες και οι επαφές με άλλες κοινότητες. Αυτό έχει οδηγήσει σε μια πλούσια και ποικιλόμορφη ντοπιολαλιά, που αντικατοπτρίζει την πολυπλοκότητα της τοπικής ιστορίας και κουλτούρας.
Διατήρηση και Διάδοση
Η διατήρηση της ντοπιολαλιάς αποτελεί πρόκληση στη σύγχρονη εποχή, καθώς οι νέες γενιές εκτίθενται σε πιο ομογενοποιημένες μορφές της γλώσσας μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της εκπαίδευσης. Ωστόσο, τοπικοί πολιτιστικοί σύλλογοι, όπως ο Μορφωτικός Εκπολιτιστικός Σύλλογος Δρυμού, καταβάλλουν προσπάθειες για τη διατήρηση και προώθηση της τοπικής διαλέκτου μέσω εκδηλώσεων, δημοσιεύσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Η ντοπιολαλιά του Δρυμού Ελασσόνας αποτελεί έναν πολύτιμο θησαυρό της πολιτιστικής του κληρονομιάς. Η διατήρηση και η μελέτη της συμβάλλουν στην κατανόηση της τοπικής ταυτότητας και της ιστορικής συνέχειας της κοινότητας. Είναι σημαντικό να συνεχιστούν οι προσπάθειες για τη διάσωση και την ανάδειξη αυτής της γλωσσικής ποικιλίας, ώστε να παραμείνει ζωντανή για τις μελλοντικές γενιές.
Τα βασικά φωνητικά γνωρίσματα του γλωσσικού μας ιδιώματος είναι:
Η κώφωση των άτονων ο και ω, που ακούγονται σαν ου και των άτονων ε και αι, που ακούγονται σαν ι: Πέτρους αντί (=Πέτρος), κουρίτσι αντί (=κορίτσι), σκάβου αντί (=σκάβω), κρυώνου αντί (=κρυώνω), Διφτέρα αντί (=Δευτέρα), πιδί αντί (=παιδί).
Η αποβολή του άτονου τελικού ι, στα ουδέτερα ουσιαστικά και του άτονου τελικού η στα θηλυκά: σπίτ΄αντί (=σπίτι), χέρ΄αντί (=χέρι), μύτ΄αντί (μύτη), Τρίτ΄αντί (=Τρίτη) καθώς και των άτονων φωνηέντων και διψήφων ανάμεσα σε σύμφωνα: σ΄κώνουμι αντί (=σηκώνομαι), μ΄κρός αντί (=μικρός), π΄νάου αντί (=πεινάω), αλ΄πού αντί (=αλεπού), κ΄τάβι αντί (κουτάβι), σκ΄λί αντί (=σκυλί).
Η αποβολή στα ρήματα του άτονου ει του β΄και γ΄ενικού προσώπου: γράφ΄ς αντί (=γράφεις), κρέν΄ς αντί (=κρένεις).
Η αποβολή του αρχικού φωνήεντος κάποιων λέξεων: γελάδα αντί (=αγελάδα).
Η εμφάνιση σε μερικές λέξεις του αρχικού φωνήεντος α: απ΄δάου αντί (=πηδάω).
Η συγκοπή (εξαφάνιση) μερικών συμφώνων: δάχ΄λα αντί (=δάχτυλα).
Η τροπή του αρχικού ε σε ου: ουρμ΄νεύω αντί (=ερμηνεύω).
Τα τρία πρώτα γνωρίσματα εμφανίζονται καθολικά, ενώ τα υπόλοιπα σε μερικές περιπτώσεις.
Αφηγήσεις
Αφηγήσεις που με γλαφυρό τρόπο και με το ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα και γραφή παρουσιάζουν τη ζωή του χωριού μας σε όλες τις εκφάνσεις του.
Μέσα απο αυτές αναδεικνύεται ο πλούτος της παράδοσης μας όπως θα δούμε.
Δείτε ένα μικρό δείγμα:
….Του σπίτι είχι δυο πόρτις, η μία αποδώ κι η άλλ’ αποκεία . Μία στουν ουντά κι μία στου κατ, άλλη μία στ’ μέση. Τα παραθύρια μικρά ήταν κι καρφουμένα μι καρφιά π’ τ’ άφκιαναν οι γύφτοι. Ου τοίχους γένουνταν μι πέτρις κι μι λάσπη για να κρατιούντι. Τουν ουντά τουν χώρ’ζαμι απ’ του στρουτό μι μπαγκλαντή κι μι λάσπη. Βάναμι κι άχυρα κι μι τ’ λάσπη δε φαίνουνταν τίπουτας. Τ’ σκιπή τ’ν έφκιαναν μι κιραμίδια απ’ τα βάσταγαν ξύλα απού δέντρου καρφουμένα καλά…..
….Κοιλουπόναγει ουρθή η γ’ναίκα κι έκανι βόλτες πέρα δώθι. Μαμή δεν υπήρχε. Κλείδουναν τ’ν πόρτα. Μέσα έμνισκι η πιθιρά κι καμμιά γειτόν’τσσα. Ζέστιναν νιρό στ’ν τέντζιρ’. Κάθουνταν στα γόνατα κι τιντώνονταν. Αν δε γένουνταν του πιδί κρέμαγαν τ’ν τριχιά στ’ς γριντιές κι κριμαντζουλιούνταν απού κει ώσπου να του γιννήσ’…
….Στ’ν πόρτα καταΐ βάναν’ ένα πιάτου. Η νύφ’ πατάει του πιάτου μι του διξί, για να πάν’ στου σπίτ’ που ήρθι ούλα δέξια, καλά. Του πατάει μι δύναμ’ για να του σπάσ. Προυσκ’νάει τρεις βουλές απόξου κι άλλες τρεις βουλές μέσα στου ’κόν’σμα. Άμα μπαίν’ στου σπίτ’ τ’ς δίν’ η πιθιρά, ου πιθιρός ή ου κουνιάδους ένα σιρκό πιδί να του κρατήσ’ στ’ν αγκαλιά τ’ς, για να κάμ’ κι ικείν’ γιο…
….Σκ’λαρήκια βάναμι κι ημείς τότι στ’ αυτιά μας. Τρυπούσαμι τ ’αυτιά μι του βιλόνι κι βάναμι ένα κουτσιανάκι ρίγαν’ στ’ν τρύπα για να μένει ανοιχτή να πιρνάει του σκ’λαρήκι. Ήταν κριμαστά, μακρούτσ’κα κι κρίκοι ήταν. Βάναμι κι κάτι καρφίτσις μ’ αλ’σιδούλις . Οι κουμπουθ’λιές ήταν σαν καρφίτσις στρόγγυλις ή τιτράγουνις κι τ’ς έβαναν στ’ ζώνη. Ήταν ασ΄μένις. Τα καρφουβιλόνια ήταν σαν τ’ς καρφίτσις πόχουμι κι ράβουμι, αλλά μιγάλα επιχρυσουμένα. Βραχιόλια ήταν κάτ’ πλατειά ασ’μένια κι επιχρυσουμένα. Εγώ απ’ αυτά δεν έβαλα στα χιράκια μ’. Δαχ’λύδια ικίνες απ’ ούχαν έβαναν τρία-τέσσιρα στου χέρι. Είχαν κι πέτρις χρουματ’στές κόκκινις. Πολλά είχαν τρεις πιτρούλις τέτοιες. Ήταν κι άλλα απ’ γένουνταν απού φράγκα ή δίφραγκα κι είχαν μια πέτρα μιγάλ’. Στου γάμου οι νιόνυμφοι δαχ’λύδια έβαναν, δεν είχαμι βέρις ημείς του γκιρό π’ παντρεύτ’κα ιγώ…
Λέξεις:
Α
αβασκαίνου(ρ): ματιάζω
αβγαταίνου (ρ): πληθαίνω
αβγατάου (ρ): μεγαλώνω, προσθέτω
αβγατίζου (ρ): αυξάνω
αβέρτα(επιρ): συνεχώς
αβραϊά (η): βραγιά,
άγανο (το): η βελόνα που έχει το στάχυ των σιτηρών
αγάντα (ε): βάστα
αγγειά (τα): οικιακά σκεύη
αγγουνιά (η): γωνία
αγγουνός, αγγουνή (ο),(η): εγγονός, εγγονή
αγκίλουμα (το): τσίμπημα με αγκάθι ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο
αγκουμαχώ (ρ): δυσκολεύομαι, με βαριές αναπνοές
αγκουνάρ΄(το): πέτρα που τοποθετείται στη γωνία του τοίχου
αγκούσα (η): δύσπνοια
αγναντιό (το): ψηλό μέρος από το οποίο μπορείς να παρατηρείς και να βλέπεις μακριά
αγριομούτσουνος (ο): αυτός που έχει άγριο πρόσωπο
αγροίκσα (ρ): γνώρισα
αδαυτού (επιρ): στο ίδιο σημείο
αδειάζω (ρ): ευκαιρώ
αδεύτερου (επι): άλλη φορά
αδήμτου (ο): δήμητο. Υφαντό στον αργαλειό, μάλλινο και ζεστό.
αδρασκίλα (η): άνοιγμα του βήματος σε κανονικό βηματισμό
αδράχτ΄(το): ειδικό ξύλο γύρω από το οποίο τυλίγεται το νήμα
αδρύ (το): δυνατόακαπίστρουτους (ο): χωρίς καπίστρι, ατίθασος
αδυάσμους (ο): δυόσμος
αλάργα (επιρ): μακριά
αλατσιά (η):τόπος με αλάτι που γλύφουν τα ζώα
αλιά (επιρ): αλίμονο
αλιχτάου (ρ): γαυγίζω
αμπλάζω (ρ): συναντώ τυχαία
αμπουριά (ο): χώρος από όπου μπορείς να περάσεις
αμπώχνου (ρ): σπρώχνω
αμτί: αμ΄πως, αλλιώς
αμψιούκας (ο): ο ανεψιός
αναγκαίο (ο): αποχωρητήριο
ανάδερφος (ο): ο ετεροθαλής αδελφός
ανάδουχους (ο): ο νουνός
ανάθιμα (ο): κατάρα
αναπιάνου (ρ): φτιάχνω προζύμι
ανάπουδους (ο):παράξενος, ιδιότροπος
ανάργια (επιρ): αργά
ανηθάριτους (ε): χωρίς φόβο, απελευθερωμένος από σκέψεις
αντιριούμι (ρ): επιφυλάσσομε
αντράλα (ο): ζάλη
αντραλίζομαι (ρ): ζαλίζομαι
αντώ (ρ): ντύνω του κουμπαρούλ
αξαμώνω (ρ): πιάνομαι, καταγίνομαι π.χ εγω δεν αξαμώνω να φκιάσω πίτα.
αξούρστους (ο): αξύριστος
απαπάν (επιρ): από πάνω
απαπκάτ΄ή απ΄κάτ΄(επιρ): από κάτω
απεδώ (επιρ): από αδώ
απέτκα (ρ): πέτυχα το στόχο
απηλουϊά (ο): απάντηση
απιδιά (η): αχλαδιά, γκορτσιά
απίκου (επιρ): είμαι σε αναμονή, σε επιφυλακή
απιλουιούμει (ρ): ανταπαντώ
απιτόργια (επιρ): πριν λίγο
αποβλακώνουμαι (ρ): δεν μπορώ να σκεφθώ
απόγουνου (ε): μέρος που δεν το φυσά ο άνεμος
απόλκει (ρ): σχόλασε
απόπαιδο (το): αποκληρωμένο παιδί, περιφρονημένο
απόριγμα (το): αυτό που γεννήθηκε πριν την ώρα του
απορίχνω (ρ): αποβάλλω
απουδώθι (επιρ): από την εδώ πλευρά, από εδώ
απουκείθι (επιρ): από την εκεί πλευρά, από εκεί
απουπέρα (επιρ): απέναντι
απουσταίνου (ρ): κοαράζομαι
απύτιαστους (ο): χωρίς πυτιά (μεταφορική έννοια).
αραϊάς (ο): ορισμός και χαρακτηρισμός
αραλίκ΄(το): ξεγνοιασιά, ανεμελιά
αρατσιά (ο): δρόμος που έχει ίχνη περπατσιάς
αργάζου (ρ): επεξεργάζομαι δέρματα
αρίτσιος (ο): σκαντζόχοιρος
αρκουδιάρς (ο): μεγαλόσωμος
αρμαθιάζου (ρ): φτιάχνω αρμάθα, περνώ όμοια πράγματα σε κλωστή
αρνίθια (ο): κότες
αρούπουτος (ο): αχόρταγος
αρουστκό (ο): αυτό που πηγαίνανε στον άρρωστο (ρόδι, πορτοκάλι κ.ά.)
αρταίνομαι (ρ): δε νηστεύω
αρχίτιρα ( ε): νωρίτερα
αρχότ (ο): δροσιά
ασαλάητους ασυλόϊαστους(ο): ανυπάκουος
ασκιμάδα (η): ασχήμια
αστουχάου (ρ): ξεχνώ
αστόχσα ή ξιαστόχσα (ρ): ξέχασα
αστρέχα (ο): θέση στη στέγη που τοποθετούν τα λούκια για το νερό της βροχής
άστριου (ο): το αστέρι
ατσίδα (η): έξυπνος, καταφερτζής
ατσίξτος (ε): άθικτος
αφαλοκόβου (ρ): κόβω τον ομφάλιο λώρο
αφίσικα (επιρ): τα μη πραγματικά
άφκα ( ρ): τον άφησα
αφκριούμι (ρ): ακούω με προσοχή
αφόντας (χρ. συνδ): από τότε που
αφόριου (το): ρούχο αφόρετο, αμεταχείριστο
αχαμνά (ο): τα γεννητικά όργανα του άνδρα
Β
β΄ααίν (το): δοχείο για κρασί (κάδι).
β΄τσέλα (η): είδος ξύλινου δοχείου για νερό
βαΐζου (ρ): γέρνω από τη μια πλευρά
βαρβατσέλ΄(το): μικρό τραγάκι
βαριά (ο): εργαλείο βαρύ που χρησιμεύει στο να τοποθετήσουμε παλούκια ή να σπάσουμε τσιμεντένιες επιφάνειες
βαρκό (το): χωράφι που έχει συνέχεια νερό
βάρσα (ρ): χτύπησα
βατσινιά (η): βατομουριά
βέλαξα (ρ): φώναξα δυνατά μετά απο χτύπημα
βελέντζα (η): χοντρό μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα
βερέμ΄κα (επιρ): πλάγια
βετούλ΄(το): κατρίκι ενός έτους
βίγλα (η): παρατηρητήριο
βιδούρα (η): ξύλινο δοχείο για γαλακτοκομικά προϊόντα
βιρβιρίτσα (η): σκίουρος, ο γρήγορος
βιρβιρίτσα (ο): αυτός που κινείται γρήγορα
βιτούλ (ο): το μικρό αρσενικό κατσίκι
βίτσα (η): λεπτή βέργα
βλουγάει (ρ): ευλογεί
βόμπυρας (ο): μικρόσωμο, κινητικό και έξυπνο παιδί
βουλά (ο): μια φορά
βουλιούμι (ρ):βολεύομαι
βουνιά (ο): κόπρανα από ζώα
βρετ΄κά (τα):αμοιβή κάποιου που βρήκε και παρέδωσε κάτι
βυρός (ο): λάκος που κρατάει νερό
μια βουλά (η): μια φορά
Γ
γαβάθα (η): βαθουλωτό ξύλινο ή πήλινο πιάτο
γαλάρα (η): γαλακτοφόρα, παραγωγική
γανιάζω (ρ): μαζεύομαι από το κρύο
γανώνου (ρ): κασσιτερώνω΄στιλβώνω με καλάι τα χαλκώματα
γαργαρένιος (ο): πεντακάθαρος
γάστρα (η): είδος μεταλλικού φούρνου σε σχήμα κοίλου ημισφαίριου
γέν΄μα (το): αγροτική σοδειά
γεροκόμ΄(το): φροντίδα ηλικιωμένου
γιατάκ΄(το): κρεβάτι, χώρος για ανάπαυση
γιδ΄(το): άνθρωπος ακοινώνητος
γιλάου (ρ): εξαπατώ κάποιον
γινήματα (ο): η σοδιά από το θερισμό
γιόμα (το): η ώρα του γεύματος, μεσημέρι
γιομόζω (ρ): γεμίζω
γιούκος (ο): διπλωμένα κλινοσκεπάσματα τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο
γιούργια (επιρ):επίθεση
γκαβός (ο): τυφλός
γκαλιγκότσια (ο): παίρνω κάποιον στην πλάτη μου
γκαλιουρίζου (ρ): μόλις που αρχίζει να βλέπει
γκαλιουρίζω (ρ): βλέπω στραβά, αλλήθωρος
γκαμπράν (ο): υποτιμητικό για άνθρωπο, αλλά και δοχείο
γκανιάζου (ρ): κλαίω ασταμάτητα μέχρι που μου κόβεται η αναπνοή
γκανταλώ (ρ): γαργαλώ
γκέλπιρας(ο): εργαλείο που χρησιμοποιείται στο τράβηγμα της φωτιάς από το φούρνο
γκέσος (ο): τράγος με κοκκινωπή απόχρωση
γκζιούπ’ (ο): ο μεγάλος και βαρύς κορμός δένδρου
γκιζιρώ (ρ): τριγυρίζω
γκιλιούμει (ρ): περιστρέφομαι στο έδαφος (στις λάσπες)
γκισέμ (ο): το αρσενικό κατσίκι που οδηγεί το κοπάδι
γκισέμ΄(το): κριάρι που ηγείται του κοπαδιού
γκισές (ο): το ταμείο
γκλαβανί (η): καταπακτή
γκλέφαρο (ο): το μέτωπο
γκλίνα (η): η κοιλιά
γκόλιαβος (ο): γυμνός εντελώς
γκουβρίζω (ρ): κάνω ότι κοιμάμαι
γκουμπζιαλάει (ρ): γαργαλάει (συνήθως κάποιο έντομο και ενοχλεί)
γκουντρουγκίλτσα (ρ): κατρακύλησα
γκουντρουμπάνος (ο): κουρεμένος με την ψιλή
γκουρκουσιλιάγκος (ο): ο λαιμός του κόκορα, κότας
γκουρλίζ΄ (ρ): όταν βγάζει φωνή το γουρούνι
γκουρλόθκα “(ρ): πνίγηκα στο φαγητό καταπίνοντας
γκουρμπάν (ο): η γιορτή
Δ
δ΄λειά (η): εξυπηρέτηση, τακτοποίηση, σεξουαλική πράξη
δάχ΄λο (το): δάχτυλο
δαχλιά (η): αποτύπωμα από δάκτυλο
δειλνό (ο): το απόγευμα
δέντρος (ο): δρυς
δέοντα (μετ): χαιρετισμοί (δώσε τους χαιρετισμούς).
δέσ΄(η): σύνδεση του αυλακιού
διακονιάρης (ο): ζητιάνος
διάκουψα (ρ): έφτασα γρηγορότερα
διάργος (ο): άκρη του χωραφιού
διάσελο (το): στενή διάβαση΄αυχένας μεταξύ βουνών ή λόφων
διασίδ΄(το0: νήμα της ύφανσης στον αργαλειό
διδυμάρκα (ο): δίδυμα
δικέλλ΄(το): σκαπτικό εργαλείο με δυο μύτες
δικριάνι΄(το):διχαλωτό ξύλο για λίχνισμα του άχυρου
διματκό (το): μέρος θερισμένου σιταριού που χρησίμευε για το δέσιμο των δεματιών στο θερισμό
διπλάρκα (τα): δίδυμα αρνάκια, κατσικάκια
διρμάτ΄ (ο): δέρμα μικρού αρνιού ή κατσικιού που τοποθετού το ξινόγαλο
διρμόν΄ (ο): εργαλείο που κοσκίνιζαν τα γενήματα (σοδιά)
δίστρατο (το): σημείο διακλάδωσης του δρόμου
δίφορα (τα): σύκα που γίνονται δυο φορές το χρονό
δοκήθκα (ρ): θυμήθηκα
δούγα (η): σανίδα βαρελιού
δουκιούμει (ρ): θυμούμαι
δραγάτ΄ς (ο): αγροφύλακας
δραγατσίκα (ο):
δριπάν΄ (ο): εργαλείο που θερίζανε
δροτσίλα (η): ερεθισμός, κοκκινάδα
δρουλάπ΄(το): χιονοθύελλα, καταρρακτώδης βροχή
Ε
εδώια (επιρ): εδώ, σε τούτο το μέρος
είνουρο (το): όνειρο
έμπλαξα (ρ): όταν βρίσκουμε κάποιον
έντζα (ρ): έμπλεξα
έρμος (ο): ξεχασμένος από όλους, μόνος
έφριξα (ρ): φοβήθηκα υπερβολικά
έχος (το): πλούτος
Ζ
ζ΄γός (ο): ζυγός
ζ΄γώνου (ρ): πλησιάζω
ζ΄λάπ (το): άγριο ζώο
ζάβα (η): κούμπομα
ζάβα (η): πόρπη που κουμπώνουν τα ρούχα
ζαβός (ο): ανάποδος
ζαβουρδώ : πετάω άχρηστα πράγματα
ζάβουσει (ρ): στράβωσε
ζαβράτι : μάλωμα
ζαγάρ΄(το): κυνηγητικό σκυλί, πονηρός άνθρωπος
ζαγκανιέμαι (ρ): κουνιέμαι ασταμάτητα
ζαμπούνγκου (το): άρρωστο
ζανάττι : επάγγελμα
ζαπώνω : πιάνω κυριεύω σε κάτι
ζαράλι (το): ζημία
ζαρουμένου (το): τσαλακωμένο
ζβαρνιέμαι (ρ): σέρνομαι
ζβόλι : μικρό κομμάτι ξερής λάσπης
ζγκρουβάλι : μικρό κομμάτι, κυρίως τυρί
ζερβά (επιρ): αριστερά
ζεύλα (η): καμπυλοτό εξάρτημα του ζυγού που μπαίνει στο λαιμό του ζώου
ζεύου (ρ): ετοιμάζω τα ζώα για να οργόσουν
ζέφ΄(η): καλοπέραση
ζηκλιάρ΄ς : ζητιάνος
ζίβατο (ρ): σβήστο
ζίγρα (η): βατομουριά και μεταφορικά το πυκνό π.χ το μαλλί
ζικατάου (ρ): ενοχλώ
ζιμπερέκ΄(το): σύρτης πόρτας
ζιουγκάρια (τα): εξωγκόματα
ζλάπι : αγρίμι ή απλησίαστος άνθρωπος
ζνίχους (o): αυχένας
ζούζουλου (το): ζωύφιο, έντομο
ζουπάω (ρ): πιέζω
ζουπστιά (η): πιεστικό τραύμα
ζουρζουβ΄λτς (ο): πειραχτήρι, ανήσυχος
ζύ΄ι (το): βαρίδι της ζυγαριάς
ζωντανά : κυρίως τα πρόβατα, γενικότερα τα οικόσιτα ζώα
ζώστρα (η): λουρί που περνάει κάτω από την κοιλιά του ζώου και δένει το σαμάρι
Η
ημερομήνια (τα): οι πρώτες δώδεκα μέρες του Αυγούστου των οποίων οι καιρικές συνθήκες αντιστοιχούν στον καιρό των δώδεκα επόμενων μηνών
θ΄κάρ΄(το): θήκη του μαχαιριού
θ΄μιάμα (το): λιβάνι
θαμαίνουμι (ρ): θαυμάζω
θαραπαύομαι (ρ): ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι
θάρουμ : ίσως
θέατρο (το): ρεζίλεμα
θειάκου (η): θεία
θερμασιά (η): πυρετός
θηλ΄κώνου (ρ): κουμπώνω
θημωνιά (η): πολλά δέματα σιτηρών που θερίζονταν με το χέρι, τοποθετημένα κυκλικά με τα στάχια μέσα υψωμένα σε κάμποσα μέτρα
θηριό (το): πολύ μεγάλος, τεράστιος
θκόμ : δικό μου
θράφ΄ς (η): μεγάλη επιτυχία
θραψίμ΄(το): είδος ξύλου
θυμητ΄κό (το): μνήμη
θύμωμα (το): πρήξιμο πληγής, ερεθισμός
Ι
ιδιάζου(ρ): περνώ τα νήματα για ύφανση
ιδιάστρα (η): σανίδα με πολλές τρύπες από τις οποίες οι υφάντρες περνούν τα νήματα της ύφανσης για να μην μπλέκονται
ίδισμα (το): φαγώσιμο
ιλιάτσ΄ (το): φάρμακο, γιατροσόφι
ινάτ΄(το): πείσμα
ίντους ( ): είναι
ιπητόργια (επ): νωρίτερα
ισκιάδ΄ (το): ίσκιος
ίσκνα (η): παράσιτο δένδρου που χρησίμευε σαν φυτίλι στο τσακμάκι του καπνιστή
ιχλής (ο): ο πρακτικός γιατρός
ιχτές ( ): χθές
Κ
κ΄λούρα (η): καλαμκίσιο ψωμί, καρβέλ΄
κ΄τάβ΄(το): νεογέννητο σκυλί, κουτοπόνηρος άνθρωπος
κ΄τσιαύτη (η): κατσίκα με μικρά αυτιά
κ΄τσιούπ΄(το): τμήμα χοντρού κορμού δέντρου
κ΄τσό (το): παιδικό παιχνίδι στο οποίο το παιδί στηρίζεται στο ένα πόδι και μετακινείται πηδώντας ανάμεσα σε τετράγωνα ή πλακάκια δαπέδου
κ΄τσός (ο): κουτσός
καβαλ΄κεύου (ρ): ανεβαίνω καβάλα σε ζώο
καβαλάρ΄ς (ο): οριζόντιο κεντρικό δοκάρι στην κορυφή της στέγης που ενώνονται τα μικρότερα πλαϊνά μαδέρια της στέγης
καβούκ΄(το): όστρακο,
καγκελστός (επιρ): χορός με πολλούς κύκλους, καγκέλια
καζμάς (ο): είδος σκαπάνης με μακριά και ατσάλινη μύτη
καθάριο (επιρ): σταράνιο ψωμί
καθόρ΄ (το): απότομηδυνατή βροχή
κακαράντζα (η): κόπρανα αιγοπροβάτων
κακκάβ΄(το): μεγάλη κατσαρόλα
κακομούτσουνος (επιθ): αυτός που έχει άσχημο πρόσωπο
καλ΄βώνου (ρ): πεταλώνω τα άλογα
καλάι (το): κασσίτερος με τον οποίον “γανώνουν” τα χάλκινα σκεύη
καλαμπαλίκι : πολύς κόσμος, πλήθος
καλέμ΄(το): κοπίδι με το οποίο γίνεται το πελέκημα των μαρμάρων και της πέτρας
καλέσια (η): πρόβατο με γα¨τανάκια στο πρόσωπο, άσπρη μύτη και μαύρα χείλη
καλιμάφ΄(το): καπέλο του ιερέα
καλούδια (τα): δώρα που δίνουν στα παιδιά
κανάλ΄(το): αυλάκι για να κυλάει το νερό
κανούτα (η): κατσίκα που έχει σταχτοκίτρινο τρίχωμα
καντήλα (η): σπυρί
καντιλουιός (επ): τιποτένιος
καπίστρ΄(το): χαλινάρι
καπιταναραίοι : τσολιάδες
καπούλι (τα): πισινά των αλόγων
καπούλια (τα): θέση ζώου μετά το σαμάρι
κάρ΄νου (το): κάρβουνο
καράφλα (η): φαλάκρα
κάργα (επιρ): πολύ γεμάτο,πολύ γερά
κάργας (ο): ζόρικος
καρδάμουσει (ρ): δυνάμωσε
καρδάρ΄ (το): δοχείο όπου αρμέγει ο τσοπάνης το γάλα
καρές (ο): κόμμωση
καρκάτσιλας : αυτός που σκαρφαλώνει εύκολα
καρλάφτα (η): κατσίκα ή πρόβατο με μεγάλα κρεμαστά αυτιά
κασέλα (η): ξύλινο μπαούλο
κασίδα (η): φορτικός
καστραβέτσ΄(το): αγγούρι
κατ΄ράου (ρ): κατουράω
καταεί (εοιρ): κάτω στη γη
καταή (επ): κάτω
κατακεφαλιά (η): δυνατό χαστούκι
κατασάρ΄(το): μάλλινο ανδρικό εσώρουχο φανέλα
κατεικεί (επ): παραπέρα
κατιβασιά (η): απότομη αύξηση νερού χειμάρου λόγω δυνατής βροχής
κατινάρια :
κατούνια (τα): γεννητικά όργανα
κατρατσιά (η): ζαβολιά
κατρήθρα (η): ουροδόχος κύστη
κατσιά (η): καθισιά, το φαγητό που τρώει κάποιος σε ένα γεύμα
κατσιούλα (η): κουκούλα της κάπας
καφκαλιά (η): φάπα, χαστούκι
καφοκούτ΄(το): κουτί του καφέ
καψαλιάρ΄ς (επ): καημένε
κεντρώνου (ρ): μπολιάζω καρποφόρο δέντρο με “μάτι”
κιαπέ(επιρ): κι ύστερα
κιπρί (το): καμπάνι κατσίκας
κλάθκα : πιάστηκαν τα πόδια
κλειδότο : σκεύως για φύλαξη φαγητού
κλειδουπίνακου (το): δοχείο που τοποθετούσαν το τυρί
κλιδουνιά (η): κλειδαριά
κλιτσ΄νικος (ο): ξύλινο εργαλία που δέναν τα δεμάτια
κλόθουμει (ρ): στριφογυρίζω
κλουσαριά (η): η κότα που επωάζει τα αυγά της
κλούτσα : η αγκλίτσα των βοσκών
κλούτσες : οι βελώνες πλεξίματος
κόθαρος (ο): κόρα της πίτας
κόθαρος (ο): το σρυφτό εξωτερικό μέρος της πίτας
κοκόσια (η): καρύδι
κοκουτσέλ΄(το): μικρός κόκορας
κολλ΄τσίδα (η): αγριόχορτο που κολαει στα ρούχα, φορτικός άνθρωπος
κόνξα (η): νάζι
κοντογούν΄(το0: ημίπαλτο
κόπανος (ο): ξύλο με το οποίο οι γυναίκες χτυπούσαν τα χοντρά ρούχα στο ποτάμι για να φύγει η βρομιά
κοπρίτ΄ς (ο): ράτσα σκύλου, τεμπέλης άνθρωπος
κόπτσα (η): μικρή πόρπη
κορ΄φνό (το): αυτό που είναι στην κορυφή
κοργιά (η): κόρα του ψωμιού
κορφάδα (η): κορυφή, το τρυφερό μέρος του βλαστού
κορφή (η): υπόξινο γάλα που η πήξη του αρχίζει από την κορυφή, την επιφάνεια του δοχείου
κόρφος (ο): στήθος του ανθρώπου
κόσα (η): πλεξίδα των μαλλιών
κοσιά (η): μεγάλο δρεπάνι
κοσσεύω (ρ): τρέχω
κοτάω (ρ): τολμάω
κότσιος : αγκώνας
κούδα (η): το συγγενολόι
κουκόσα (η): καρύδα
κουκούδ΄ (το): ακαθαρσία της μύτης
κούκουρα (τα): κάθομαι με μαζεμένα τα πόδια
κουκουτσέλας (ο): ο πετεινός και μεταφορικά ο νταής
κουλιάστρα (η): το πρώτο γάλα μετά τη γέννα
κουλιούμσα (ρ): κολύμπησα
κουλκουρίζω (ρ): κουρεύω τα πρόβατα γύρω από τα πόδια και την κοιλιά
κουλουφουτιά (η): πυγολαμπίδα
κουμάσι : κοτέτσι μεταφορικά τι άνθρωπος είσαι
κουματσιούλ΄(το): μικρό καμμάτι
κουμπουδένω (ρ): κάνω κόμπο
κουνάκ΄(το0: μικρό σπίτι
κουπάνα (η): σκεύος που έπλεναν οι μάνες μας και μεταφορικά το σκασιαρχείο
κουρελού (η): υφαντό φτιαγμένο απο λωρίδες κουρελιών
κουρέλω (η): όνομα κατσίκας με δύο γλωσσίδια (τριχωτά κρεατάκια) στο λαιμό
κουρκούτ΄(η): χυλός με αλεύρι και νερό
κούρνια (η): κοτέτσι (κούρνιασαν τα κουκότια)
κουρνιαχτός (ο): η σκόνη
κουρνιαχτός (ο): σκόνη
κουρουψάλδο΄(το):μεγάλο ψαλίδι για το κούρεμα αιγοπροβάτων
κουσέβω : τρέχω
κουσιά (η): κοπτικό εργαλίο για το τριφύλλι
κουσιεύου (ρ): τρέχω γρήγορα
κούτκας : αυχαίνας
κούτσ΄κου (το): μικρό παιδί
κουτσαγκέλα (η): τεθλασμένη γραμμή, κόλπο βρωμοδουλειά
κουτσάκ΄(το): μέρος του σαμαριού όπου κρατιέσαι
κουτσιούβελου (το): μικρό παιδί
κουτσιουμπός (ο): ο όχι ολοκληρωμένος
κουτσοκέρα (η): καρσίκα με σπασμένο κέρατο
κουτσονάτος (επιθ): δυνατός, γερός, καλοστεκούμενος
κόφτρα (η):μεγάλο πριόνι για το κόψιμο κορμών
κρατσανάου (ρ): τρώω με πάρα πολύ θόρυβο
κρεβάτα (η): εξώστης
κρεματζουλιέμαι (ρ): κρεμιέμαι
κρένου (ρ): μιλώ, αποκρίνομαι
κρένω (ρ): μιλάω
κρένω : μιλώ
κριάκορα : βράχια
κριάκουρου (το): στένωμα χωραφιού
κριατάς (ο): αυτός που αγαπάει υπερβολικά το κρέας
κρικέλα (η): σιδερένιος κρίκος που καταλήγει σε μεγάλο καρφί
κριμανζουλίσκα (ρ): κρεμάστηκα
κριτσινάι (ρ): ασράφτει και βροντάει
κρίτσκα ( ): το υπερβολικά γεμάτο
κριτσμάς (ο): το τελείωμα μιας δουλειάς ακολουθεί πάντα κάτι χαρούμενο
κρυότ΄(το): δροσερός καιρός
ντίπ καταντίπ (επιρ): καθόλου
Λ
λ΄σιά (η): πόρτα, φράχτης
λαβίζω : μαλώνω
λαγγιόλ΄(το): πτυχή της φουστανέλας
λάγκαξα του χέρι : στραμπούλιξα το χέρι
λαζάκια : τα μικρά μαχαίρια
λαήνα (η): στάμνα, πήλινο δοχείο
λαιμαριά (η): στεφάνι (δερμάτινο ή ξύλινο) γύρω από το λαιμό του ζώου που οργώνει
λάιος (επιθ); μαύρος, γκρίζος και μεταφορικά κάν΄το λάιο τον ανήξερο
λάκα (η):λάκος
λακάου (ρ): φεύγω τρέχοντας μέσα από το λάκο
λάκιασα :
λαλ΄μένος (ο): σαλεμένος
λαλάει
λαλάς
λαλούμενα (τα): όργανα ορχήστρας
λαμαναει
λαμανίζω (ρ): ανακατώνω
λαμπίκο (επιρ): πεντακάθαρα
λαμπόγυαλο (το): γυάλινο κάλυμμα της λάμπας πετρελαίου
λανάρ΄
λανάρ΄(το): εργαλείο για την επεξεργασία του πλυμένου μαλλιού
λαναρίου
λάπατο (το): φυτό πλατύφυλλο που χρησιμοποιείται για λαχανόπιτες
λαρώνου(ρ): ησυχάζω
λάσκα (επιθ): χαλαρά
λασπούρα (η): πολλή λάσπη
λαφρογιορτή : επιπόλαιο μικρής σημασίας γεγονός
λαχταράου (ρ): τρομάζω
λειτουργιά (η): πρόσφορο για τη Θεία Ευχαριστία
λέλε – λέλε μου : επιφώνημα όπως πω – πω
λέλεκας : πελαργός
λιάζου (ρ): εκθέτω κάτι στον ήλιο
λιανουπαίδια (τα): τα μικρά παιδιά
λιανούρια(τα): μικρά καμμάτια
λιανώματα (τα): κέρματα μικρής αξίας,- εντόσθια έντερα αρνιού ή κατσικιού
λιάρους
λίγδα (η): λίπος
λιλίτσια : τα μικρά κομμάτια σπασμένου γυαλιού ή οι πάγοι που κρέμονται από τις στέγες το χειμώνα
λιμαγμένος : πεινασμένος
λίμπα (η); τα έσπασε όλα
λινάτσα(η): χοντρό ύφασμα από λινάρι
λιόκια (τα): όρχεις
λισβός
λιχνίζου (ρ): πετάω ψηλά το σιτάρι και με τη βοήθεια του αέρα το καθαρίζω από φλοιούς και άγανα
λόρδα (η): μεγάλη πείνα
λουζιάσκα
λούν΄
λούτσα
λύθρους
λυκουφάγουμα
λύκσα
λυχνώ
Μ
μ΄πάτσα
μ΄σκάρ΄(το): μοσχάρι
μαβλάου (ρ): φωνάζω τα ζώα
μαγαρζένος
μαγαρσιά
μαγκανίζω : μαγκώνω
μακεδονήσι (το): μαϊντανος
μάκου : γριά
μακρυσκώ
μαλέτο : κάπα με κατσιούλα
μαλιμάτια
μανιά : γιαγιά
μανταλίδια : τούβλα
μαξούλ΄(το): μικρή ποσότητα
μαρκαλήθκι (ρ): ζευγάρωμα προβατίνας
μαρκάτι : γιαούρτι
μαρμάγκα (η): δηλητηριώδης αράχνη
μασιά (η): μεταλλικό εργαλείο για το σκάλισμα της φωτιάς στο τζάκι
μασλάτια : κουβέντες
μαστάρ΄(το): βυζί
μαστόρσες : τσιγγάνες
μαστραπάς (ο): κανάτα
ματσιαλάου (ρ): μασάω
ματσκιά
ματσούκα
μαυλώ : καλώ σε συγκέντρωση
μέρους
μεσάλ΄(το): τραπεζομάντηλο
μίρλα (η): κλάμα, γκρία γυναίκας
μισάλ
μολόημα (το): εξιστόριμα γεγονότων
μούγκι : μόνο
μουζαβιρλίκια : κουτσομπολιά
μουνούχ΄
μούρκσει
μουρμουρίτσα : νεογέννητα βατράχια
μουστιρής (ο): πελάτης
μούτος (ο): αυτός που δεν μιλάει
μουτσιαλώ
μπαζντραβάκος : χαλάζι μικρού μεγέθους
μπαϊλτσα (ρ): κουράστηκα πολύ εξαντλήθηκα από κούραση
μπαΐρι : έκταση ακαλλιέργητη, παραμελημένη
μπάκακας (ο): βάτραχος
μπακαλώ
μπαμπαιούρδες : μεταμφιεσμένοι για το έθιμο της αποκριάς
μπάμπαλο :σκουπίδι
μπανίζου
μπασκαλάρια (τα): ζώνη για το σφίξιμο του σαμαριού
μπαταλιασμένος : τρελός
μπατσιάζου
μπέτσωτος- ξημπέτσωτος (επιθ): γυμνός από τη μέση και πάνω
μπίτσα (ρ): μπήδησα
μπλάνα (η): κομμάτι τυρί, κομμάτι σε φέτα όπως στο όργωμα
μπλάρι : μουλάρι
μπλιόρα
μπλούκ΄
μπουγτσιάς
μπούζ΄
μπούζα : γουλιά
μπουϊρου
μπουμπότα
μπουμπούσκα : μικρή εξωτερική κύστη
μπούρδες : ανοησίες
μπούρμπουλους
μπουτέλα (η): γυάλινο δοχείο 3 ή 5 κιλώνίσος και μεγαλύτερες για αποθήκευση τσίπουρου ή κρασιού
μπούτλα (η): πήλινο δοχείο με στενό λαιμό
μπουχαρής (ο): καμινάδα
μπρακατσούλ΄
μπράτμους
μπρούχαβους
Ν
νευροκαβαλίκεμα (το): μυική κράμπα
νιμουδούρα
νιρουλάς (ο): διανομέας νερού
νιφαδ΄ιά
νουγώ
ντάβανος (ο): μεγάλη πράσινη μύγα που τσιμπάει τα ζώα το καλοκαίρι
νταβαντούρ΄(το): φασαρία
νταβάς (ο): μεγάλο ταψί
νταβίζω : ζητώ, απατώ
νταγλαράς (ο): εύσωμος
νταϊάκι : στήριγμα
νταϊακόνω : στηρίζω
νταϊρες (ο): ντέφι χτιαγμένο από δέρμα κατσικιού εξού και το κατσικάκι νταερές
νταλντώ : τολμώ
νταμπουκιάς (επιρ): κοιμήσου (προστακτική)
ντανιάζου
νταραβέρ΄(το): συναλλαγή, δοσοληψία
ντάσ΄
ντέρ΄τ΄(το): βάσανο
ντέρλικας
ντέσιμο (το): μλέξιμο
ντζερεμές (ο); άδικο πρόστιμο, αχαϊρευτος άνθρωπος
ντιβιρλίγκα (η): τριγύρω
ντιπ (επιρ): καθόλου
ντιρλικώνου
ντλάπ΄
ντόρος (ο): φασαρία
ντουρντούρα : υπερχυλισμένο παραγεμισμένο
ντούρος
ντράβαλο (το): φασαρία, τσακωμός
ντραγγάλα
ντραγκανώ
ντραμιτζάνα (η): μεγάλη γυάλινη μπουκάλα για ποτά
ντρασκλιά
νύχτκα
Ξ
ξ΄λιά (η): χτύπημα με ξύλο
ξακρίζω (ρ): πηγαίνω προς την άκρη του χωραφιού
ξαμόνου
ξαμώνου (ρ): επιτίθεμαι
ξαραθ΄μάου (ρ): ευχαριστιέμαι,βγαίνει κάποια επιθυμία
ξαρίζου (ρ): σκάβω επιφανειακά
ξαστουχάου (ρ): ξεχνώ
ξάω (ρ): ξύνομαι
ξεβράκωτος (επιθ): γυμνός
ξεγελάου (ρ): εξαπατώ, κοροϊδεύω
ξεγκλιζω (ρ): αποσπώ κλαδί από τον κορμό του δέντρου
ξεγραπατσώνομαι (ρ): ξεφεύγω από κάτι που με ακινητοποιεί
ξεθ΄λυκώνου (ρ): ξεκουμπώνω
ξεκαπίστρωτο (επιθ): άλογο χωρίς χαλινάρι, άτομο χωρίς αρχές
ξεκοπή (επιρ): χωρίς μέτρημα
ξεκουμποδιάζου (ρ): λύνω τον κόμπο, ξεπλέκω
ξελακκώνου (ρ): βγάζω ότι άχρηστο υπάρχει στο χωράφι σκάβοντας
ξεμάτιασμα (απαλλαγή απο το μάτιασμα (κακό μάτι)
ξεμπλέτσωτος : ημίγυμνος
ξεπιτούτο ή επιτούτο (επιρ); επίτηδες, σκόπιμα
ξεποδαριάζουμαι (ρ): κουράζομαι πολύ από την πεζοπορία
ξεπρουστουριάζω : ξεσκοιλιάζω
ξεροντούβαρο (το): τοίχος φτιαγμένος χωρίς λάσπη
ξεροσφύρ΄(το): ποτό χωρίς μεζέ
ξεσλάρουτος (ο); άνθρωπος χωρίς έγνοιες
ξεσπουρίζω (ρ): βγάζω τους σπόρους από το στέλεχος
ξεσυλλόϊαστος : ανεύθυνος
ξετσιαουλίζομαι (ρ); μου φεύγει το σαγόνι (τσιαούλι) από τα γέλια ή τις φωνές
ξθπόλτους
ξιθάρσα
ξίκ να γι΄ν΄ (επιρ): στην ευχή να πάει
ξικουπάρκου : ξεχωριστός χορός
ξιμουνάχιασα
ξιμούφλιασα
ξιμπλέτσουτους
ξιναχώνου
ξινόμσα : έδιωξα
ξιόλτους
ξιπατόθκα
ξιπηδικλώνω(ρ): λύνω τα πόδια ζώου
ξιτάζ΄
ξιφύλ΄
ξυλαφάις (ο): ειδική λίμα για ξύλα
ξυνόγαλο (το): αποβουτυρωμένο γάλα με υπόξινη γεύση
ξυπάϊασα
ξώκαρδα (επιρ): χωρίς όρεξη, ζήλο
Ο
ολόσουμος (επιθ): ολόκληρος
όμπυο (το): το πύο που μαζεύουν οι πληγές
οντάς (ο): επίσημο δωμάτιο
όξου (επιρ): έξω
οργή κακιά : γρίπη με πυρετό και ρίγος (θερμασιά)
οργιά (η): μέτρο μήκους ίσο με το άνοιγμα των χεριών στα πλάγια
όρνιο (το): μεγάλο αρπακτικό πουλί, ανόητος άνθρωπος
όρσε (επιφ): ορίστε, πάρε
ουδικεί (επιρ): κοντά, δίπλα,στο ίδιο σημείο
ούλος (επιθ): όλος
ουντίζου
ουπστιά (η): ζώνη για το σφίξιμο του σαμαριού
ουράτσα : δυσκολεύτηκα
ουρμηνεύου (ρ): συμβουλεύω
ουρμήνια (η): συμβουλή
ουχταλίσκα
όχτος ή νόχτος (ο): γκρεμός
Π
π΄λί (το): πουλί
π΄στρόφια (τα): η επιστροφή των καλεσμένων την επόμενη του γάμου στο σπίτι της νύφης για συνέχηση του γλεντιού
π΄τσαράς (ο): λεβέντης, γενναίος
π΄τσαρίνα (η): αντρογύναικα
π΄τχιά (η): το πυχτό γάλα που βρίσκεται στο στομάχι των αρνιών και κατσικιών
πααίνου (ρ); πηγαίνω
παζούλ΄(το): χαμηλός τοίχος που συγκρατεί το χώμα
παίνια (η): έπαινος
παλάντζα (η): ζυγαριά
παλάντζας (ο): άστατος, αυτός που δεν κρατά το λόγο του
παλιορκόπ (το): σιδερένιο κοφτερό εργαλείο για την κοπή ξύλου, παλιούρι κα.
παλτουσούκα (η): χοντρό παλτό
πανουπρίκ΄(το): επιπλέον πρίκα που ζητάνε μερικοί γαμπροί
πάντα (η): εργόχειρο που τοποθετούσαν στην πλευρά του κρεβατιού
παντέχου (ρ): έχω απαντοχή, περιμένω
πάντοιους (επιθ): τέτοιου είδους άνθρωπος
παπ΄τσάς (ο): τσαγκάρης
παπάρα (η): μπαγιάτικο ψωμί μέσα σε βρασμένο γάλα
παπαρδέλας (ο): σαχλαμάρας, φλύαρος
παραδώθε (επιρ): πιο κοντά
παρακούμπαρος (ο): βοηθός του κουμπάρου
παραμάσκαλα (επιρ): κάτω από τη μασχάλη
παρασάνταλος (επιθ): άσχημος, αυτός που δεν κινείται καλά
παραστέκομαι : παραφυλάω
παρατόρσα : απομακρύνθηκα
παρέκεια
παρέκεια (επιρ): πιο πέρα
παρμάρα (η): πόνος στα πόδια, παράλυση
παρτάλ΄
παρτσιακλό : (επιθ): ατελές
πασπάλα (η): σκόνη από αλεύρι ή στάχτη, στρώσιμο χιονιού
παταριά
πατλιά : είδος θάμνου
πάτσ΄
πάφλος (ο): τσίγκος
πάφλους
πεδίκλωμα (το): μπέρδεμα ποδιών, δέσιμο των ποδιών στα ζώα
περδίκ΄(το): άρρωστος που έγινε καλά, το μικρό περδικάκι
περιγιλώ : κοροϊδεύω
περονιάζει : διαπερνά
πέρπιρας
πέτουρου (το): χειροποίητο φύλλο πίτας
πετρώνω : βάζω το σύρτη στην πόρτα, ασφαλίζω
πήβολας : πειραχτήρι
πηδικλόθκα
πηδουκλιά
πθαμί
πιλικούδ΄(το): κομμάτι ξύλου που προήλθε από πελέκημα
πιντόλ΄
πιπίγκ΄
πίπκα : μπρούμυτα
πιρδικλόθκα : μπερδεύτηκα
πιρουνιάζου (ρ): διαπερνώ
πιρώνουμι (ρ): ζεσταίνουμαι
πιστιμάλι : η ποδιά της νοικοκυράς
πιτ΄χένου (ρ): επιτυνχάνω
πλαϊάζου(ρ): γυρίζω στο πλάι, κοιμάμαι
πλακίδα (η): μικρή κότα που γεννάει για πρώτη φορά
πλαλώ : τρέχω
πλάστς
πλευριτώθηκα : κρυολόγησα άσχημα
πλιαγκούρ΄
πλισές (ο): πτυχή υφάσματος
πλοκός : φράκτης
πλουκάρ΄(το): ακατέργαστο μαλλί από το κούρεμα προβάτου
πλόχερο : παλάμη
πλόχερου (το): όσο χωράει η χούφτα
ποδένου(ρ): φοράω τα παπούτσια
πόντζ΄(το): βραστό τσίπουρο
πορεύω : βολεύομαι
πουδουνάρ΄
πούθει
πουντιάζου (ρ): κρυώνω πολύ και αρρωσταίνω
πουτί : γιατί
πράγγουνο (το): δισέγγονο
πράματα (τα): αιγοπρόβατα και αγελάδες
πράτα (τα): πρόβατα
πρατίνα (η): προβατίνα
πρέκ΄(το): στήριγμα που μπαίνει πάνω από την πόρτα ή το παράθυρο για να στηρίζει τον τοίχο
πριάκουνου (το): λίμα για σίδερα
προγγάου (ρ): τρομάζω κάποιον και τον διώχνω
προσ΄λιάζομαι (ρ): κάθομαι στον ήλιο για να ζεσταθώ
προσκέφαλο : μαξηλάρι
προυσαμόθκα
προυστούρα : κοιλιά
προυτσιαλάει (ρ): ζευγάρωμα τράγου με κατσίκα
πρωτοστάλαγμα (το): οι πρώτες στάλες του τσίπουρου κατά τη διαδικασία παραγωγής του
πυρουστιά (η): σιδερένιος τρίποδας για το τζάκι
Ρ
ρ΄μάδ΄(το0: ερείπιο, χάλασμα
ρακοκάζανο (το): αποστακτήρας τσίπουρου
ρακουκανάτας (ο): αυτός που πίνει πολύ τσίπουρο
ράμα (το): σκοινί που χρησιμοποιούν οι μάστοροι για τη χάραξη ευθείας
ρέβου, έριψε (ρ): αδυνατίζω, αδυνάτισε
ρεμπελιάζου (ρ): τεμπελιάζω
ρεμπεσκές (ο): ακατάστατος, απεριποίητος
ριζίλ΄(το): γελοιοποίηση
ριζό (το): πρόποδες του βουνού
ριμπούρι : ραγδαία βροχή
ριτσίνα : ύφασμα πιο χοντρό από το τζιν
ρόγα (η): το μίσθομα του τσοπάνη
ρόκα (η): καρπός της καλαμποκιάς, διχαλωτό ξύλο για το γνέσιμο του μαλλιού
ρουγκουβύζ΄(το): πιπίλα
ρουπώνου(ρ): χορταίνω
ρούσους (ο): ο ξανθός
ρουφσιά : ρουφηξιά
Σ
σ΄μπάω (ρ): συνδαυλίζω τη φωτιά
σάισμα (το): κλινοσκέπασμα ή σρωσίδι φτιαγμένο από μαλλί τράγου
σαλαγάου (ρ): διώχνω τα ζώα με φωνές
σάματ΄(επιρ): μήπως
σαματάς (ο): φασαρία
σαρμανίζου (ρ): κουνάω την κούνια του μωρού
σαρμανίτσα (η): κούνια μωρού
σβαρνώ
σιάδ΄(το): ίσιωμα
σιάμταλος : αυτός που χαζοφέρνει
σιαπέρας
σιγκαθώ
σιγκάικα
σιγκούν΄(το); μάλλινο υφαντό αμάνικο πανωφόρι, που φορούσαν οι γυναίκες όταν φορτώνονταν
σιλαρώθκα
σιμπουδάβλ΄
σιουράου (ρ): σφυρίζω
σιούτα (η0; κατσίκα χωρίς κέρατα
σίρει
σιτίζει : ψιλοβρέχει
σκ΄λί (το): σκυλί
σκ΄λίκ΄(το): σκουλίκι
σκαμνιά (η): μουριά
σκανταλήθρα : σπίθα φωτιάς
σκάπιτου (το): όταν περπατεί κάποιος και κρύβεται πίσω από την κορυφή του βουνού
σκάρους (ο): βόσκιμα των αιγοπροβάτων κατά τις πρωϊνές ώρες
σκαφίδα (η): μεγάλη ξύλινη λεκάνη
σκίβαλου
σκλίδα : σκελίδα σκόρδου
σκουρδάρ΄
σκρουβάλ΄
σμάδα
σνάζω : τινάζω, ταρακουνώ
σόϊρας
σουκακιάρ΄
σπέρδιλος : γρήγορος
σταλνώ
στάλους
σταφνίζομαι (ρ): στολίζομαι
σταφνίζου
στμόνια
στουμπάου (ρ): λιώνω κάτι με γουδοχέρι ή πέτρα
στραβοτσιάουλος (ο): αυτός που έχει στραβό σαγόνι
στραγγάλτσα (ρ): στραμπούλιγμα
στράνια
στριμπάδα
συδρομώ : κάνω γρήγορα
συμπολιάζω : συμπληρώνω, ταιτιάζω
συμπριά : συνεργασία
συνρτόφι : το βρακί
σφαϊό (το): έντονος πόνος
σφαχτό
σφουγγίζω : σκουπίζω αλλά το στόμα
σφουντήλ΄
Τ
ταγάρ΄
ταϊστρα
τανώ
ταπήπκα
ταπίπκα (επιρ): μπούμυτα
ταχιά : αύριο
τζαγκσμένα
τζαλαντίνα
τζαμάλου (η): γυναίκα με ανακατεμένα μαλλιά
τζερεμές (ο): πρόστιμο, ζημία
τζιόπς : τσέπη
τζιούφους
τζουνάει : τσιμπάει
τζουνώ
τηράου (ρ): κοιτάζω
τίγκα
τιλάκ΄
τίλος (ο): το στριφτάρι απο το βαρέλι του κρασιού
τιμάρ΄(το): βιοπραγία
τιτραπέρατος
τλούπα
τουρός (ο): ίχνος
τουρτούρα
τραΐ (το): τράγος
τράμπα : ανταλλαγή
τρανός
τριψάνα (η): γάλα με κομμάτια ψωμιού
τροβάς (ο): ταγάρι
τρόπουτους
τρουμπιάσκαν τα πρόβατα : προχωρούν αργά λόγω πολλής ζέστης
τρόχαλου (το): μεγάλη πέτρα
τσάκια
τσάκνα (τα): πολύ λεπτά κλαδιά
τσαντίλα
τσέγκια
τσιάγαλα
τσιαΐρι : χωράφι ακαλλιέργητο
τσιάκα
τσιακατάλ΄
τσιακατσιούκας
τσιακμάκ΄(το): αναπτήρας
τσιαμπάς
τσιαούλια : σιαγόνια
τσιασίτ΄
τσιατάλι : πόμολο
τσιατσιαλίζω : λιανίζω, κομματιάζω
τσιβούρα
τσιγαρίδοις
τσίγκα : βραχιόλι
τσιμπλί
τσιοκαλκάου (ρ): ευνουχίζω
τσιοκάν΄(το): κουδούνι
τσιόλ΄(το): σκέπασμα, μεταφορικά παλιάνθρωπος
τσιόν΄
τσιουκάνια : κουδούνια, και δυνατοί πόνοι
τσιουλίζ΄
τσιουλίκα
τσιουμπλέκ΄
τσιουπάνος (ο): βοσκός
τσιούπρα (η); κοπέλα
τσιπότια : αγκάθια, εξωγκόματα
τσίπρου (το): δυνατό ποτό από απόσταξη σταφυλιών
τσιρέπ΄(το): μάλινη χοντρή πλεκτή κάλτσα
τσίρλα
τσιρνιάζου
τσουπουτός (ο): παχουλός
Υ
Φ
φαμπλιά : οικογένεια
φαρσί (επιρ): άπταιστα
φελί (το): κομμάτι πίτας
φίσκα (επιρ): γεμάτο
φίτσιους
φλουμώνου
φουκάλι : σκούπα από λαγανιά
φουκαλνώ : σκουπίζω την αυλή
φουλτακίδα : εξάνθημα
φουργαλιά : δυνατή φωτιά
φούρκα (η): ξύλο με διχάλα για υποστήλωμα
φούρλα : στροφή
φρίθκα : τρόμαξα
φτσέλα (η): ξύλινο δοχείο για νερά
φώλ΄(το): το αυγό που υπάρχει πάντα στη φωλιά για να γεννάει η κότα
Χ
χάβδουσι (ρ): κάθεται με ανοιγμένα πόδια
χαϊρ΄(το); προκοπή
χαλές (ο): τουαλέτα W.C
χαλεύω (ρ):: θέλω, ζητώ
χαμπάρια : νέα, είδηση
χαμπέρ΄(το): είδηση, μεταφορικά τα γεννητικά όργανα
χαντακόθκα
χαραές : χάραμα
χαριλίδκου
χάσιους
χασομερώ : χάνω το χρόνο μου αργοπορώ
χασχαρίκα (η): ανεπάντυχο γεγονός
χαψιά : μπουκιά
χλιάρ΄(το): κουτάλι
χλιάρας : ανόητος
χλιάρι : κουτάλι
χλιμπουνιάρ΄ς
χλυγκιάζω : έχω λόξυγκα
χνί
χούι (το): συνήθεια
χουιάζω : μαλώνω
χουσμιέτια : δουλειές
χουσμικιάρς : εργάτης
χουσμιτεύω : κάνω δουλιές
χουτζιούμι : διάλειμμα για λίγη ξεκούραση
χουχλάκα : μεγάλη πέτρα
χταβούλι : κουταβάκι
χτυπαριά
Ψ
ψαρονέφρ΄(το): ψαχνό κρέας των σφαγίων κοντά στα νεφρά
ψαρός (ο): γκριζομάλλης
ψένου (ρ): ψήνω
ψουμουμένου (το): οριμασμένο, με πολύ καρπό
ψώραβος : περήφανος χωρίς αντίκρισμα
ψιχαλνάει : ψιχαλίζει
Ω